Showing posts with label Άνδρος. Show all posts
Showing posts with label Άνδρος. Show all posts

Wednesday, May 1, 2024

Κάρωνας ή νάρθηκας, το ραβδί του Διόνυσου

 


Οι κάρωνες φέτος με ανάγκασαν να τους προσέξω. Καιρός ήταν να περάσουν το φράγμα της συνήθειας, της αξεχώριστης από το τοπίο εικόνας τους και να γίνουν ορατοί. Δεν αρκέστηκα να χαίρομαι τη λαμπερή παρουσία τους μέσα στον κάμπο, ήθελα να τους γνωρίσω. Τι όνομα είναι αυτό; Το γκούγκλαρα. Τίποτα. Δεν αναφέρεται πουθενά τέτοιο φυτό. Έψαξα σε καταλόγους μεσογειακών φυτών, μήπως αναγνωρίσω την εικόνα. Τίποτα πάλι. Απευθύνθηκα στον διαδικτυακό φίλο Ioannis Xanthos , που συνήθως ασχολείται με το ιδίωμα και άλλα θέματα τοπικού χαρακτήρα. Να είναι καλά, μου έλυσε την απορία (τι ωραία που ακόμα η γνώση δεν είναι μονοπώλιο της τεχνολογίας). Η κοινή ονομασία του κάρωνα είναι νάρθηκας. Ναι, όπως αυτό που βάζουμε όταν σπάσουμε το χέρι ή το πόδι. Ο ξερός και ελαφρύς κορμός του χρησίμευε για τη στήριξη των σπασμένων μελών στην αρχαιότητα και το όνομά του έγινε συνώνυμο με τα ορθοπεδικά στηρίγματα, αν και δεν έχει πια αυτή τη χρήση ο ίδιος. 

Είχε όμως κι άλλη χρήση στην αρχαιότητα. Ήταν συνδεδεμένος με τη διονυσιακή λατρεία. Όσοι ακολουθούσαν τον θεό και τιμούσαν το θεϊκό κρασάκι κρατούσαν νάρθηκα για ραβδί, για να στηρίζονται, όταν παραντουράνε, και να μην ανοίξουν κανένα κεφάλι μέσα στο μεθύσι τους, χρησιμοποιώντας το ραβδί τους σαν ρόπαλο.  Τόσο ελαφρύ ραβδάκι τι ζημιά να κάνει; Το στόλιζαν κιόλας με κουκουνάρια και κισσό και ήταν σύμβολο λατρείας. Θύρσο το έλεγαν.

Τώρα πώς κατέληξε στην Άνδρο να λέγεται κάρωνας αντί για νάρθηκας, είναι μια εύλογη απορία. Ψάχνοντας στο λεξικό της αρχαίας ελληνικής, βρήκα ως μόνη πιθανή εξήγηση τη σχέση του με το ρήμα καρώ (όω) που σήμαινε βυθίζω σε βαθύ ύπνο πιθανόν από κρασοκατάνυξη.

Μάλλον τον τιμούσαν παραπάνω οι αρχαίοι Ανδριώτες τον θεό Διόνυσο, όπως μαρτυράνε οι καρώνοι.


Tuesday, April 16, 2019

Οι Κινέζοι

Ο πατέρας μου ως ναυτικός γνώρισε πολλούς λαούς αλλά συμπαθούσε πιο πολύ τους Κινέζους. Μου έλεγε πως αυτοί όταν δουν σε έναν δημόσιο χώρο μια πέτρα βγαλμένη από τη θέση της, θα σταματήσουν να την ξαναβάλουν εκεί που πρέπει, ακόμα κι αν δεν πρόκειται να ξαναπεράσουν ποτέ από αυτό το μέρος. Σκεφτόμουν, μέρες που είναι, κι επειδή χθες πέρασαν έξι μήνες από τότε που έφυγε ένας τέτοιος "Κινέζος" από κοντά μας, πόσο διαφορετικά αντιδρούν οι άνθρωποι στη θέα μιας βγαλμένης πέτρας σε δημόσιο δρόμο. Άλλοι δεν την βλέπουν καν, το οπτικό τους πεδίο περιλαμβάνει μόνο τον δικό τους μικρόκοσμο. Άλλοι την βλέπουν και αδιαφορούν. Άλλοι την βλέπουν και γίνονται έξαλλοι και καταγγέλλουν τους υπεύθυνους που δεν την έβαλαν στη θέση της. Άλλοι την βάζουν με χαρά στη θέση της, το διατυμπανίζουν παντού, εισπράττουν χειροκρότημα και ουαί κι αλίμονο αν δεν αναγνωρισθεί η προσφορά τους. Είναι ικανοί να πάνε να την ξαναβγάλουν και τουλάχιστον ορκίζονται να μην ξαναβάλουν ποτέ καμιά πέτρα στη θέση της στους δρόμους των αχάριστων ανθρώπων. Μερικοί μάλιστα το φτάνουν στα άκρα. Δεν πατούν πια στη γη από την περηφάνια τους που έβαλαν μια πετρούλα πάνω σ' ένα ντουβαράκι, λες κι ανακάλυψαν τον τροχό.
Μέρες που είναι λοιπόν, ας ψάξουμε τους Κινέζους.
Ζουν ανάμεσά μας αρκετοί ευτυχώς...

Sunday, June 12, 2016

Εμείς,οι Ανδριώτες λοιπόν...

Όπως οι γονείς μπορούν να μαλώνουν τα παιδιά τους και να τους καταλογίζουν τα μύρια όσα, αλλά μόλις πάει ένας άλλος να κάνει το ίδιο, εναντιώνονται και τα υπερασπίζουν σθεναρά, έτσι γίνεται και με τους τόπους. Εμείς οι ντόπιοι μπορούμε να μιλάμε για τα στραβά μας, αλλά μην παίρνετε θάρρος οι υπόλοιποι, δεν θα μας αρέσει να μας μιμείστε. Έχω ακούσει τόσα πολλά για μας τους Ανδριώτες, από τόσο πολλούς, που νομίζω ότι μπορώ λιγάκι, σαν εκείνους τους γονείς που λέγαμε, να μας υπερασπιστώ κι εγώ. Δεν θα αναφερθώ στα θετικά, ας μη βλογάμε τα γένια μας, άλλωστε τα αρνητικά, όπως οι αντιήρωες στο σινεμά, έχουν το ενδιαφέρον.

Το πιο γνωστό ψεγάδι που μας βρίσκουν και το ακούω πολλά χρόνια, από τότε σχεδόν που έφυγα από το νησί μου για σπουδές, είναι ότι είμαστε αφιλόξενοι. Πάντα αναρωτιόμουν  πώς γίνεται να έχεις κοιμηθεί για πολλά καλοκαίρια σε μισό καναπέ για να φιλοξενήσεις ανθρώπους, να έχεις μόνιμα στρωμένο τραπέζι για επισκέπτες, να μοιράζεις τα αγαθά που παράγεις σε γνωστούς και λιγότερο γνωστούς και να είσαι αφιλόξενος; Θυμάμαι στο πατρικό μου να μπαίνουν ακόμα και οι τσιγγάνοι για νερό και γλυκό (άλλο που μετά τα ποτήρια θεωρούνταν εστία μόλυνσης), ξένοι τουρίστες που ξεστράτισαν στα χωριά της..άγονης γραμμής και, ενώ κατά βάθος φοβόμασταν ότι είναι μανιακοί δολοφόνοι και θα βγάλουν όπου να 'ναι το όπλο να μας πυροβολήσουν, δεν ξέραμε τι να τους πρωτοκεράσουμε. Και μετά ήρθαν οι ξένοι εργάτες που η μάνα μου τους φροντίζει σαν να είναι παιδιά της, γιατί "δουλεύουνε σκληρά τα καημένα" και αν εκτιμάμε κάτι εμείς οι Ανδριώτες είναι αυτούς που δουλεύουν σκληρά. Δεν ξέρω τι γίνεται σε κάθε αντριώτικο σπίτι, αλλά, απ' όσο ξέρω το χωριό μου και την περιοχή μου, σίγουρα δεν είμαστε η εξαίρεση! 
Τότε γιατί; Αν δεχθούμε ότι δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά, κάτι θα έχει φταίξει για να μας μείνει αυτή η ρετσινιά. Από ποιους άραγε; Προφανώς από τους επισκέπτες, Αθηναίους κυρίως, που έρχονται στο νησί και ασφαλώς μας συγκρίνουν με άλλους κατοίκους νησιών που επισκέπτονται. Σίγουρα οι Ανδριώτες παραδοσιακά δεν έμοιαζαν με κανέναν άλλο νησιώτικο πληθυσμό, γιατί δεν περίμεναν να ζήσουν από τον τουρισμό. Ζούσαν από τη ναυτιλία και τη μετανάστευση και συμπλήρωναν τη διατροφή τους και το εισόδημά τους με την υποτυπώδη γεωργία και κτηνοτροφία. Σε εποχές που στα γειτονικά νησιά αναπτυσσόταν η κουλτούρα του μαζικού τουρισμού, εμείς όχι μόνο δεν ενδιαφερόμασταν, αλλά υποτιμούσαμε κιόλας αυτόν τον τρόπο βιοπορισμού. Εμείς ταξιδεύαμε αναγκαστικά σε όλο τον κόσμο, αφήναμε την οικογένειά μας πίσω και έτσι το ταξίδι έγινε για όλους-ταξιδευτές και Πηνελόπες- κάτι αρνητικό, . "Τι θέλουνε αυτοί και δεν κάθονται σπίτια τους;" Αυτό κατά βάθος είναι το βασανιστικό ερώτημα που δεν άφησε ποτέ τους Ανδριώτες να συντονιστούν απόλυτα με το ρεύμα της τουριστικής αξιοποίησης. Κάτι που το πληρώσαμε ακριβά, αφού δεν μπορέσαμε ούτε τον πληθυσμό μας  να κρατήσουμε ούτε να έχουμε βιώσιμη οικονομία και θέσεις απασχόλησης για τους νέους που θέλουν να ζήσουν εδώ. Αλλάζουν βέβαια πολλά, ευτυχώς, σ' αυτόν τον τομέα τα τελευταία χρόνια, αλλά η νοοτροπία, όπως ξέρουμε, αλλάζει πιο δύσκολα.
Μαζί με τον παραπάνω χαρακτηρισμό, ακούγεται συχνά ότι είμαστε πολύ "κλειστή κοινωνία" και δεν ανοίγουμε ούτε τις πόρτες, ούτε τα στόματα, ούτε τις καρδιές μας εύκολα για τον άλλο. Τον άλλο, όχι μόνο ως επισκέπτη, αλλά και ως προσωρινό κάτοικο, υπάλληλο, ακόμα και συγγενή εξ αγχιστείας που ήρθε από αλλού, ακόμα και για τον ντόπιο που δεν ανήκει στον συγγενικό και φιλικό μας κύκλο ή στους συγχωριανούς μας με τη στενή έννοια. Πολλοί λένε ότι αυτό οφείλεται στο ότι είμαστε ναυτικό νησί και λόγω της απουσίας των ανδρών, η κοινωνία δρώντας προστατευτικά για τις ακέφαλες οικογένειες, έκλεινε τις πόρτες της. Δεν ξέρω, ίσως αυτό να είναι μια εξήγηση, αν υπάρχει για τόσο σύνθετα και βαθιά ζητήματα μια ευλογοφανής και μονοδιάστατη εξήγηση. Πάντως είναι δύσκολο να την βρεις αν είσαι μέσα σ' αυτή την κοινωνία από τον καιρό που γεννήθηκες. Και αν δεν είχα ζήσει για τρία χρόνια σε ένα άλλο, πιο μικρό νησί, δεν θα καταλάβαινα ποτέ αυτή την ιδιαιτερότητα. Πολύ μου άρεσε εκεί αυτή η ανοιχτωσιά των ανθρώπων, η ευκολία με την οποία σου μίλαγαν, σε καλούσαν σπίτι τους, σου έλεγαν τα βάσανά τους, μπαινόβγαιναν σπίτι σου με μια άνεση, άφηναν τα παιδιά τους να έρχονται όποτε θέλουν και δέχονταν όλη την ώρα το δικό σου. Πολύ το ζήλεψα αυτό, μα δεν είμαστε έτσι εμείς. Κρατάμε πολλά κρυμμένα, δεν θέλουμε να μας βρουν ασυγύριστους, να μάθουν ότι δεν έχουμε λεφτά ή ότι είμαστε άρρωστοι ή ότι καυγαδίζουμε μεταξύ μας στο σπίτι. Ακόμα και τώρα μ' αυτή την κρίση, υπάρχει μια εικόνα επίπλαστης ευημερίας, που πολύ απέχει από την πραγματικότητα και πρέπει να φτάσει ο άλλος στην πενία για να τον πάρει χαμπάρι ένας γείτονας να στείλει βοήθεια. Σε όσους λοιπόν μας το καταλογίζουν αυτό, θα έλεγα ότι έχουν δίκιο, αλλά ας μην πυροβολούν, γιατί εμείς το πληρώνουμε πολύ ακριβά αυτό το στοιχείο της ιδιοπροσωπίας μας και δεν είναι ξενοφοβία ή ελιτισμός κάποιου είδους. Κι αν δεν το προσωποποιήσουν και επιμείνουν, θα δουν ότι αν ένα αντριώτικο σπίτι ή μια καρδιά ανοίξουν, είναι για τα καλά και χωρίς υστερόβουλες προθέσεις.

Μας προσάπτουν επίσης πολλές φορές ότι είμαστε υποκριτές, δεν λέμε ποτέ τη γνώμη μας, θέλουμε να τα έχουμε καλά με όλους και ανεχόμαστε πολλά. Έχω τη βεβαιότητα ότι όποιοι τα λένε αυτά δεν έχουν ζήσει ποτέ μέχρι την εποχή που ήρθαν να μείνουν εδώ, σε πόλη μικρότερη των 20.000 κατοίκων. Εδώ είμαστε δεν είμαστε 10.000 όλοι κι όλοι. Και είναι τόσος ο γεωγραφικός και επομένως ο κοινωνικός κατακερματισμός του νησιού ( 3 περιοχές-νησιά, το κάθε νησί έχει ένα σωρό χωριά και πάει λέγοντας) που ο καθένας μας δεν έρχεται σε καθημερινή επαφή με περισσότερους από 100 ανθρώπους, μακάρι και να είναι μαγαζάτορας ή οδηγός λεωφορείου. Αυτούς τους εκατό ανθρώπους λοιπόν, τους συγγενείς, τους συγχωριανούς, τους φίλους του, τους πελάτες του, δεν μπορεί να τους πυροβολεί κάθε λίγο και λιγάκι για κάτι που είπαν ή που έκαναν και δεν του άρεσε ή για κάτι που έμαθε ότι είπαν και έκαναν. Αυτό δεν είναι αντριώτικο χούι είναι η μοίρα κάθε μικρού τόπου που θέλει να διατηρήσει τη συνοχή του, για να επιβιώσει. Κι αν όμως δεχτούμε ότι...το παρακάνουμε σ' αυτό το θέμα, ας δούμε και την άλλη όψη του νομίσματος. Αναρωτηθήκατε ποτέ πώς καταφέραμε και δεν διχαστήκαμε όπως άλλοι τόποι, με εμφύλιους και πολιτικά πάθη; Πώς και δεν έχουμε συγγενείς ξεγραμμένους για τα πολιτικά, προδοσίες, και κατατρεγμούς; Προσωπικό παράδειγμα πάλι: μέσα σε μια οικογένεια δεξιά και βασιλικιά, του παππού μου, ήρθε ο "κουκουές" πατέρας μου και όχι μόνο δεν είχε πρόβλημα να τον δεχτούν εξαρχής για γαμπρό τους, αλλά έπεσε και απαγόρευση από τον παππού μου στους γιους του να μιλάνε πολιτικά και να στενοχωράνε τον γαμπρό του. Η στάση αυτή διατηρήθηκε μέχρι τα χρόνια μου και, όταν το '81 βγήκε το ΠΑΣΟΚ, η μάνα μου μας απαγόρευσε κάθε πανηγυρισμό για να μη στενοχωρέσουμε τους θείους μας. Αυτός ο...μικροαστισμός, όπως τον έβλεπα στα 18, είναι η άλλη όψη της ανεκτικότητας της ανδριώτικης κοινωνίας.

Τελευταίος χαρακτηρισμός που έχω ακούσει είναι ότι είμαστε...σφιχτοχέρηδες. Δεν ξοδεύουμε για πολυτελείς ανάγκες: ταξίδια, εξόδους, πολυτελή αγαθά και διασκεδάσεις. Αληθεύει απόλυτα. Η παράδοση της Άνδρου είναι η γυναικεία διαχείριση του νοικοκυριού. Οι γυναίκες των ναυτικών ή των μεταναστών όφειλαν να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο τον ιδρώτα των ανδρών τους και να εξασφαλίσουν την επιβίωση και προκοπή της οικογένειας. Αυτό έχτισε περιουσίες που έγιναν με μόχθο κι όχι με εύκολο χρήμα, κομπίνες και πελατειακές σχέσεις με το πολιτικό σύστημα, και μας κρατάει ακόμα στην κρίση, όσο μας κρατάει. Μακάρι και οι νεότερες γενιές να διδαχθούν κάτι από τη λιτότητα και την αυτάρκεια των προγόνων μας, αντί να γίνονται θύματα ενός καταναλωτισμού, που εκτός από βλαβερός, πλέον δεν είναι και εφικτός.

Αυτές οι σκέψεις ας είναι μια μικρή συμβολή στην κατάκτηση της αυτογνωσίας μας, γιατί τη χρειαζόμαστε τώρα που αρχίζουμε να βηματίζουμε δειλά προς τα εμπρός με ελπιδοφόρα βήματα (Φεστιβάλ Άνδρου, Τοπικά Προϊόντα, Μονοπάτια κλπ).

Thursday, August 22, 2013

Εφεδρείες κάτω απ' την πανσέληνο του Αυγούστου.





Τελειώνει ένα καλοκαίρι γεμάτο ένταση και απρόοπτα στο χώρο της εκπαίδευσης. Αφήνει συναδέλφους της τεχνικής με αβέβαιο ή ανύπαρκτο μέλλον στο δημόσιο σχολείο, συναδέλφους άλλων ειδικοτήτων με την ψυχή στο στόμα από τα σκοτσέζικα ντους του υπουργείου, κάποιους άλλους να φεύγουν πρόωρα, διωγμένοι από τις δυσμενείς εργασιακές εξελίξεις και εμάς που απομένουμε να προσπαθούμε να καταλάβουμε σε τι σχολείο θα βρεθούμε το Σεπτέμβριο.


Το στοίχημά μου προσωπικά ήταν να μαζέψω δυνάμεις. Ποτέ άλλοτε δεν το χρειαζόμουν αυτό. Πάντα ένιωθα έτοιμη να αρχίσω την καινούρια χρονιά στις 30 Ιουνίου. Το μικρό μυστικό μου θαύμα να μην με κουράζει η δουλειά μου, να μην τη βαριέμαι ποτέ, να μην με τρομάζει ποτέ το τέλος του καλοκαιριού, κινδύνεψε σοβαρά στα νύχια του τέρατος που λυμαίνεται εδώ και τρία χρόνια τον τόπο μας και τις ζωές μας. Ένιωθα ανέτοιμη, ψυχικά κουρασμένη, ευάλωτη σε κάθε επίθεση που δεχόμασταν, σε κάθε αρνητικό σχόλιο, σε κάθε κανιβαλικό κοινωνικό αυτοματισμό. Άρχισα για πρώτη φορά να κοιτάω τη νομοθεσία της συνταξιοδότησης, ενώ μέχρι τώρα με έπιανε δυσανεξία και στο άκουσμα της λέξης σύνταξη. Πιο πολύ από όλα με εξουθένωνε η ιδέα ενός σχολείου χαρακωμάτων, "οι ξενόγλωσσοι και εμείς, οι θεολόγοι και εμείς, οι ασεπίτες και εμείς, εμείς και οι νέοι" , μια εφιαλτική διελκυστίνδα που θα συμπαρασύρει ό,τι απέμεινε από το δημόσιο σχολείο.

Αυτός ο Αύγουστος όμως μου επιφύλασσε και κάτι καλό προς το τέλος του: τη χθεσινή βραδιά με την πανσέληνο, στα τραπεζάκια δίπλα στη θάλασσα. Μια παρέα από τα παλιά,η πιο αγαπημένη των θρανίων, που 21 χρόνια τώρα κρατάει δεσμούς και ζωντανεύει μνήμες ξεγνοιασιάς, ξαναβρέθηκε και μου θύμισε πώς ήταν παλιά το δημόσιο σχολείο. Τι κληρονομιά άφησε  παρά τις ελλείψεις του.  Όλα αυτά για τα οποία δέσαμε τη ζωή μας με αυτό το  σχολείο ήταν εκεί, γύρω από ένα τραπέζι με μπίρες και σουβλάκια, δίπλα σε ανυποψίαστες παρέες τουριστών και ντόπιων θαμώνων.Τα λόγια, οι σκέψεις, οι επιλογές, τα όνειρα, τα σχέδια, τα διαβάσματα, οι αγωνίες και τα ερωτήματα αυτών των νέων ανθρώπων, που ο καθένας τους ακολούθησε μια διαφορετική πορεία ζωής, είχαν τον ίδιο κοινό παρονομαστή, μια πνευματική και ηθική ευρωστία, αφύσικη για "τους καιρούς αυτούς τους σακάτικους".
Γύρισα στο σπίτι περπατώντας σταθερά και ανάλαφρα, παρά τις μπίρες και τη βαριά πανοπλία που κονόμησα εκεί κάτω από το φεγγαράκι το αυγουστιάτικο.
Συνεχίζουμε τώρα!

ΥΓ:  Η φωτογραφία είναι της Ιωάννας Δ. Μωράκη


.

Friday, April 5, 2013

Φον Δημητράκης: Μια παράσταση που περιμέναμε πολύ

Μερικές φορές στη ζωή μας μας στιγματίζουν αρνητικά όσα δεν καταφέραμε να ολοκληρώσουμε. Στην παιδεία όμως μπορείς να δρέψεις καρπούς ακόμα κι από τις αποτυχημένες προσπάθειες ή μάλλον, στην προκειμένη περίπτωση, ακριβώς εξαιτίας μιας τέτοιας αποτυχημένης προσπάθειας.
Δεν είχαμε καταφέρει εκείνη τη χρονιά-1986-87;- στο Γυμνάσιο- Λύκειο Κορθίου να ανεβάσουμε το Φον Δημητράκη του Ψαθά. Είχαμε ξεκινήσει με πολύ καλές προοπτικές, ωραία διανομή ρόλων, καλές επιδόσεις στις πρόβες, αλλά στην πορεία άρχισαν οι διαρροές. Όλο και κάποιος αποχωρούσε-ίσως ήταν πολύ απαιτητικό έργο για μαθητές-και αρχίζαμε από την αρχή, ώσπου στο τέλος απογοητευθήκαμε και σταματήσαμε το ανέβασμα του έργου.
Αυτή η ματαίωση ήταν το εφαλτήριο μιας μεγάλης αγάπης. Ένα από τα παιδιά, ο Γιώργος Μαγκανιώτης, που είχε  το ρόλο του Φον Δημητράκη, αγάπησε από τότε πολύ το θέατρο και όλα αυτά τα χρόνια, αφενός δεν έπαψε να μου θυμίζει με καημό το έργο που δεν ανεβάσαμε και αφετέρου να συμμετέχει σε ωραίες θεατρικές παραστάσεις, ευλογημένη δροσιά στο  διψασμένο για καλό θέατρο νησί μας. Μια θεατρική πορεία που παράλληλα μεταμορφώνει έναν ενθουσιώδη ερασιτέχνη σε όλο και καλύτερο ηθοποιό. Φέτος ήρθε και η ώρα να εκπληρώσει εκείνο το παλιό όνειρο, αφού πρωταγωνιστεί στο Φον Δημητράκη, που  ανεβαίνει από τη  Λαϊκή Σκηνή Άνδρου, σε σκηνοθεσία Κώστα Τσαπέκου (παραστάσεις 12, 14, 15, 17, 18, 19, 26 & 27 Απριλίου 2013 στο Δημοτικό Θέατρο της Χώρας).
Περιμένουμε λοιπόν με ανυπομονησία να απολαύσουμε μια παράσταση που έρχεται από τόσο μακριά, έχοντας μεταμορφώσει μια αποτυχία σε αληθινή και διαρκή προσφορά στο θέατρο και στους ανθρώπους που το αγαπάνε.

Saturday, September 8, 2012

Τα Χριστούγεννα του '89, μέσα στον Αύγουστο.



Μια από τις πιο όμορφες βραδιές αυτού του καλοκαιριού, άρχισε στα τραπεζάκια του Σέντρο. Συνάντηση παλιών συμμαθητών που είχα την τύχη να είναι μαθητές μου, όταν ήμουν περίπου στην τωρινή τους ηλικία. Γύρω μας και μέσα μας ακόμα το καλοκαίρι δέσποζε και μας χάριζε μια διάθεση ευτράπελη και χαλαρή. Γρήγορα όμως περάσαμε σε κουβέντες σοβαρές και στενόχωρες. Η ανεργία, η μετανάστευση, η αγωνία για το μέλλον των μωρών που μεγαλώνουν ή πρόκειται να έρθουν- οι περισσότεροι της παρέας είναι νέοι γονείς- δεν κατάφερναν να κρυφτούν πίσω από χαμόγελα, αστεία και αναμνήσεις μαθητικές.
 Όλοι μου φέρονται σαν να είμαι ένας από αυτούς, μα δεν είμαι. Είμαι πάντα η μεγάλη, η καθηγήτριά, αυτή που ξέρει, που μπορεί να συμβουλεύσει, να κρίνει, που έχει πάντα κάτι να πει. Μόνο που όλο και πιο αμήχανη και ανίδεη γίνομαι όσο πάει.
Παιδιά, βγάλτε κανένα σκονάκι να δω:  "πώς να επιμένεις γι' αυτό που αγαπάς" , "πώς να ξαναρχίζεις από την αρχή",  "να μην φοβάσαι τα ζόρια"," να δημιουργείς στην οικογένεια, στη δουλειά, στο θέατρο, στο σχολείο, όταν όλοι και όλα παγώνουν και καταρρέουν".
Γεμίσαν οι αποσκευές. Ξεχειμωνιάζουμε τώρα.

Η βραδιά συνεχίζεται στο σπίτι μου. Μια προβολή ταινίας-έκπληξη. Τα Χριστούγεννα του '89 στο σχολείο. Στη γιορτή οι μαθητές υποδύονται τους καθηγητές τους σε ένα αυτοσχέδιο σκετσάκι. 23 χρόνια πριν και όλοι ψάχνουν τον εαυτό τους σ' αυτά τα μαθητούδια. Τα βάζουμε με τις αισθητικές επιλογές του '80. Μαλλιά άφθονα, μακριές μπλούζες, κοντές φράντζες. Θυμόμαστε πρόσωπα ξεχασμένα που έχουμε να δούμε από τότε. Ο θεολόγος, ο φυσικός, ο μαθηματικός. Όμορφες και άσχημες αναμνήσεις μαζί. Πώς αλλιώς; Όλες οι αποχρώσεις χρειάζονται για να συνθέσεις κάτι που να αξίζει τη θύμηση. Με παριστάνει η Ειρήνη που λείπει στην Αμερική. Καλή της ώρα, μια χαρά με κάνει. Μέχρι γυμναστική με βάζει να διδάξω ελλείψει γυμναστή.

Το ρακί χρησίμευσε κάπως για να πάει κάτω αυτή η συγκίνηση που μας στάθηκε στο λαιμό.
Πέρασαν όμως τόσες μέρες για να κατασταλάξει και να μπορεί να μπει σε λέξεις.
Ελπίζω όμως την επόμενη φορά να μην έχουμε απόντες, γιατί οι απουσίες μετράνε πολύ.

Όχι, τίποτε άλλο, αλλά πώς να περάσεις χωρίς σκονάκια;




Saturday, July 28, 2012

Πότε θα πάτε για μπάνιο;



Καμιά φορά σκέπτομαι πως η συνήθεια του καλοκαιρινού μπάνιου στη θάλασσα είναι ξενόφερτη για το νησί μου.  Οι ντόπιοι, ιδίως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, κάνουν, το πολύ, καμιά δεκαριά μπάνια και, το πιο συνηθισμένο, οι περισσότεροι έχουν να μπουν σ' αυτήν από τον καιρό που ήταν μικρά τα παιδιά τους. Ευτυχώς για κάποιους τα εγγόνια γίνονται η αιτία να ξαναμπούν ή τουλάχιστον να βρέξουν τα πόδια τους  στα ρηχά. Μερικοί όμως ακόμα κι έτσι παραμένουν στεγνοί, προσέχοντας τα μικρά καθισμένοι στον ίσκιο ενός δέντρου.
Πώς τα καταφέρνουν άραγε και δεν υποκύπτουν στο δροσερό της κάλεσμα μέσα στη φωτιά του καλοκαιριού; Εγώ ακόμη και το χειμώνα αν την κοιτάξω πολλή ώρα, με δυσκολία κρατιέμαι να μην πέσω μέσα και βγω "αρχαία". Ίσως της χρεώνουν χρόνια μοναχικά, γράμματα που δεν έλαβαν, αγκαλιές που δεν ήταν εκεί όταν τις είχαν ανάγκη. Ή μπορεί και να της κράτησαν κακία που τους ξερίζωσε από τη γη τους και τους ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου δεμένους με την ανάγκη της επιβίωσης. Κατά βάθος, αν και δεν το λένε, μας θεωρούν εμάς τους θαλασσόπληκτους, τουρίστες και ντόπιους, κάπως αργόσχολους ή παλαβούς που βουτάμε όλη μέρα στα νερά της: "Έίσαστε ξάδειοι εσείς!"

Οι περισσότεροι άνδρες ξέρουν κολύμπι, αν και έχω ακούσει ιστορίες για παλιούς ναυτικούς που δεν ήξεραν κι ας έζησαν μια ζωή μέσα στο βαπόρι. Αυτοί ίσως ήταν και οι πιο πιστοί στον Άη Νικόλα, μεγάλη η χάρη του. Οι γυναίκες όμως ξέρουν το πολύ πολύ να επιπλέουν λίγο στα ρηχά και γι' αυτό φοβούνται πολύ και μεταφέρουν και το φόβο τους στα παιδιά. Σε όλα σχεδόν τα μπάνια της παιδικής ηλικίας αγωνιζόμουν να απομακρυνθώ από τη μητρική αγκαλιά και τα ρηχά. Φόραγα σωσίβιο μέχρι τα 10 και μέχρι τα 25 δεν ξανοιγόμουν  χωρίς βατραχοπέδιλα. Η απελευθέρωση από αυτά ήταν η πιο σοβαρή επανάσταση που μου έτυχε και, αν και οφειλόταν σε "ξένη" επίδραση, ακόμα και τώρα με ταξιδεύει στα βαθιά. Με αόρατη πλοήγηση.


Θα ήθελα να τους βλέπω στη θάλασσα. Να γεμίσει η παραλία με αυτά τα ...αταίριαστα στη θερινή γραφικότητα σώματα. Σώματα που δεν υποδύονται μια πόζα τηλεοπτική που δεν ντρέπονται για τις ραγισματιές τους.  Να τα βλέπω να μπαίνουν έτσι δειλά και προσεκτικά στο νερό. Να αφήνονται στο βελούδινο σεντόνι του. Με μια ευλάβεια και μια ντροπή παράξενη.
Σαν να μην τους ανήκει αυτή η θάλασσα.
Σαν να είναι ξένοι στη δική τους παραλία.

Monday, September 26, 2011

Η Κυρά- Λεούσα μέσα στα λάινα








Άνοιξε ένας καινούριος χωματόδρομος πίσω από το κοχυλιανό κάστρο, που πάει προς τη Μέλισσα. Φτάνει όμως μόνο μέχρι το ξωκλήσι της Κυρά- Λεούσας, που μέχρι τώρα το λειτουργούσαν μόνο οδοιπόροι πιστοί από το Κοχύλου.
Φτάσαμε μέχρι εκεί περνώντας μέσα από τοπία γνώριμα και άγνωστα μαζί. Μια "νέα γη" μέσα στα γνωστά μας λημέρια, απροσπέλαστη από μηχανοκίνητους επισκέπτες, γεμάτη από ενθυμήματα ανθρώπινου μόχθου, άλωνες, κελιά, αμασιές, εμπατές. Ακόμα και το φυσικό τοπίο, όπως στο υπόλοιπο νησί, είναι δημιούργημα ανθρώπινο, τα λάινα, οι αμυγδαλιές, οι συκιές, τα αμπέλια. Μόνο που εδώ έχουν μείνει όπως τα άφησε ο καιρός. Δύσκολο να χτίσεις, αν δεν υπάρχει δρόμος, ακόμα κι ένα κελί. Ακόμα και μια βουλιάστρα.
Μόνο το ξωκλήσι είναι περιποιημένο. Στο υπέρθυρο ως έτος ανακαίνισης αναφέρεται το 1909. (Τότε που ανακαινίζοταν η Ελλάδα ή τουλάχιστον έτσι πιστεύαμε.)
Μέσα στο δάπεδο μια άλλη χρονολογία, 1954.Δωρεά ευσεβούς πιστού. Από πού άραγε έφερε τα χρήματα; Βαπόρια, ξενιτιά; Τι τάμα ξεπλήρωνε με τη δωρεά του;
Στην εικόνα της Παναγιάς, στο πλάι της κορνίζας, λίγα κατοστάρικα παλιά, ξεπληρώνουν ένα άλλο τάμα, που δεν θα χαθεί ποτέ, όπως η αναγραφόμενη νομισματική τους αξία.
Μέσα σ'αυτό το μικρό ιερό, έχει ακόμα θέση για κερί και θυμίαμα.
Έξω η θάλασσα κοντινή και απρόσιτη, μαζί με το λιγοστό νεράκι της ρεματιάς, δροσίζουν το ξερό τοπίο.
Κι εμείς οι φυγάδες των άγριων καιρών, ξαποστάσαμε και ανασάναμε.
Βοήθειά μας η Κυρά- Λεούσα των λάινων.

Thursday, May 5, 2011

Η εκδρομή των τριών



Ξεκινάμε σήμερα το απόγευμα για την καθιερωμένη πια εκδρομή μας στην Αθήνα, τέλος της χρονιάς, με μαθητές από τις δυο πρώτες τάξεις του Γυμνασίου φέτος. Αυτό το είδος εκδρομής δεν καταγράφεται στα επίσημα κατάστιχα, δεν περιλαμβάνει διανυκτερεύσεις σε ξενοδοχεία, νοικιασμένα πούλμαν, ταξιδιωτικά γραφεία, συνοδούς καθηγητές. Περιλαμβάνει όμως γονείς, παιδιά και καθηγητές που γίνονται μια παρέα και περιηγούνται τα αξιοθέατα της μεγάλης πόλης, μουσεία, εκπαιδευτικά προγράμματα, Πλανητάριο, θέατρο. Διανυκτέρευση στα σπίτια, δικά μας ή φίλων και συγγενών, μετακίνηση με τα μέσα συγκοινωνίας και ώρες ελεύθερων δραστηριοτήτων για όλους χωρίς το άγχος της επιτήρησης, που καταδυναστεύει τις ζωές των συνοδών καθηγητών και των συνοδευομένων μαθητών, όπου γης.
Αυτό όμως που μου αρέσει περισσότερο εμένα προσωπικά σ' αυτή την εκδρομή-που είναι μια πολύ παλιά συνήθεια του σχολείου μας, που αναβιώσαμε πέρυσι- είναι η συνύπαρξη των τριών μερών της σχολικής κοινότητας, καθηγητών, μαθητών, γονιών.
Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση οι γονείς έχουν πολύ μικρότερη συμμετοχή στα δρώμενα της σχολικής ζωής, όχι επειδή δεν το θέλουν οι ίδιοι, φυσικά, αλλά επειδή οι έφηβοι έχουν ανάγκη όλο και μεγαλύτερης χειραφέτησης από την οικογένεια, όλο και μεγαλύτερης εμπλοκής με τους συνομηλίκους τους. Έτσι, η παρουσία των γονιών τους στο σχολείο συνδέεται μόνο με το "αναγκαίο κακό" της ενημέρωσης για τη φοίτηση και την επίδοση και στη χειρότερη περίπτωση για την κακή διαγωγή και τις ποινές που αυτή επισύρει.
Κι όμως είναι πολύ χρήσιμο και ενδιαφέρον ταυτόχρονα να σπάει κάποτε αυτός ο κανόνας και να αίρεται το εφηβικό εμπάργκο για τους γονείς έστω για μια εκδρομή ή για κάποια παρόμοια δραστηριότητα. Τα οφέλη πολλά, οι γονείς κάνουν παρέα μεταξύ τους και συγχρόνως χαίρονται και τα παιδιά τους, που δεν στερούνται τη δική τους παρέα. Οι καθηγητές απαλλαγμένοι από την ευθύνη της συνοδείας, απολαμβάνουν την εκδρομή περισσότερο και, έχοντας την παρέα των γονιών, αφήνουν τα παιδιά περισσότερο στην ησυχία τους.
Εντάξει, ξέρω πως αυτό δεν μπορεί να κρατήσει για πολλά χρόνια, κάποτε οι μικροί μεγαλώνουν και δεν τρελαίνονται με την προοπτική να πηγαίνουν εκδρομές με τους γονείς τους, μα τουλάχιστον μπορούμε να τους ζητάμε να μας παίρνουν μαζί τους καμιά φορά, με την υπόσχεση να είμαστε φρόνιμοι.

Tuesday, March 15, 2011

Η Ιαπωνία δίπλα μας



Η Ιαπωνία είναι πολύ μακριά από την Ελλάδα κι από παιδί εκτιμούσα διπλά τα καλούδια που μου έφερνε από αυτήν ο πατέρας μου, γιατί δεν έμοιαζαν καθόλου με τα δικά μας. Υφάσματα, σερβίτσια, ρούχα, διακοσμητικά,ρολόγια,συσκευές ηλεκτρονικές αργότερα (η πρώτη μας έγχρωμη SONY ήρθε από εκεί το 1980 και έζησε 25 χρόνια, χωρίς να πάει ποτέ για επισκευή).
Πάντα την είχα στο μυαλό μου σαν μια χώρα άλλου πλανήτη,καθαρή, προηγμένη, οργανωμένη.
Αργότερα, έμαθα την ιστορία της, το πυρηνικό ολοκαύτωμα,διάβασα τα "Λουλούδια της Χιροσίμα", είδα τις ταινίες του Κουροσάβα και παπαγάλισα τα γνωστά στερεότυπα του "Γιαπωνέζου τουρίστα", της "Γκέισας", του "Σαμουράι" και του "χαρακίρι".
Με όλα αυτά όμως και άλλα πολλά,η Ιαπωνία θα έμενε για πάντα μια πολύ μακρινή χώρα για μένα, αν δεν είχα γνωρίσει τη...δική μας Γιαπωνέζα. Παντρεμένη με ντόπιο ναυτικό, ζει στο νησί μου από το 1964 και η λεπτοκαμωμένη φιγούρα της έδεσε παράξενα και αναπόσπαστα με την μικρή κοινωνία του τόπου μου. Τη θυμάμαι ακόμα από τα μαθητικά μου χρόνια να συνοδεύει στο σχολείο τρία χαριτωμένα κορίτσια, αθόρυβη, διακριτική, ευγενέστατη. Μετά, ερχόταν να ρωτήσει για τη μικρή της κόρη που την είχα μαθήτρια και προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί μου όσο καλύτερα μπορούσε, με την ίδια διακριτικότητα και ευγένεια. Δεν ξέρω γιατί, αλλά πάντα ένιωθα την ανάγκη να της ζητήσω συγνώμη, γιατί δεν ήμασταν αρκετά καλοί γι' αυτήν κι ας μην μου εξέφραζε ποτέ την παραμικρή δυσαρέσκεια. Ήταν η συνάντηση μου, το ξέρω τώρα, με ένα από τα πλάσματα αυτά που γεμίζουν τις οθόνες μας με την αξιοθαύμαστη καρτερία τους αυτές τις τόσο δύσκολες μέρες για τη χώρα τους.
Θυμάμαι ακόμη μια αφήγηση της Αννούλας, της μικρής της κόρης, για ένα όνειρο που της φανέρωσε το θάνατο της μάνας της στη μακρινή πατρίδα. Είδε, λέει, στα κατωπόδαρα του κρεβατιού της την αδερφή της να κλαίει και μετά από καιρό της ήρθε γράμμα ότι τότε είχε πεθάνει η μάνα της. Αυτή η εικόνα έμεινε τόσο ανεξίτηλη στη μνήμη μου, που τώρα με τις εικόνες του ολέθρου που φτάνουν από την Ιαπωνία, έγινε το κανάλι για να φτάσει ως εμένα ολοζώντανη η δοκιμασία του πολύπαθου αυτού λαού.
Με το ίδιο κανάλι της ψυχής θέλω να στείλω τη συμπαράστασή μου στο λαό της δικής μας κυρίας Κατερίνας, της δικής τους Καγιόκο.

Monday, March 7, 2011

Ένα καρναβάλι που ήρθε απ' τα παλιά





Αρχές του 20ου αιώνα εδώ στο Κόρθι, μια γυναίκα πηγαίνει το φαΐ στον άντρα της στο χωράφι ξυπόλητη. Ο δρόμος είναι μακρύς και τα πόδια της έχουν πληγωθεί πάνω στις πέτρες και τα αγκάθια. Ένας συγχωριανός της,καβάλα στο μουλάρι του, τη συναντάει και μόλις τη βλέπει σ' αυτή την κατάσταση, βγάζει τα τσαρούχια του και της τα χαρίζει. Εκείνη τα πηγαίνει στον τσαγκάρη, που θα γίνει αργότερα και συμπέθερός της, και της φτιάχνει τα ωραιότερα πέδιλα που φόρεσε γυναίκα εκείνη την εποχή.
Ο ίδιος τσαγκάρης λίγα χρόνια μετά, θα φτιάξει τα πρώτα παπούτσια για ένα ξυπόλητο παλικαράκι από μια τσάντα της πεθαμένης μάνας του.
Αυτές οι μικρές ιστορίες που μοσχοβολάνε ακόμα στη μνήμη των ανθρώπων και αρνούνται να σβήσουν, όπως οι περισσότεροι ήρωές τους, βγαίνουν όλο και πιο συχνά στις κουβέντες των παλιότερων τον τελευταίο καιρό. Λες και είναι ο δικός τους ακούσιος τρόπος να μας συμβουλέψουν για τα ζόρια που περνάμε. Και να δεις που κάτι έχουμε καταλάβει. Κάτι αλλάζει στη ματιά μας, στη στάση μας.
Αυτές τις μέρες είχαμε ένα από τα πιο επιτυχημένα καρναβάλια στην ιστορία του Κορθίου. Δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε τόση ποικιλία και διάρκεια στις εκδηλώσεις. Από το Διόνυσο και την ακολουθία του, στους παραδοσιακούς μούσκαρους και τις λαϊκές παρωδίες, μέχρι τη σύγχρονη σάτιρα στην κλασική παρέλαση της Κυριακής. Κι όλα αυτά με οργάνωση, προβολή που ξεπέρασε και την πιο επιτυχημένη διαφημιστική καμπάνια, συμμετοχή και εθελοντική δουλειά πολλών ανθρώπων.
Για μένα, τέτοιες διοργανώσεις δεν είναι απλώς μια προσπάθεια τουριστικής ανάδειξης του τόπου μας ή λίγες ανάσες στην παραπαίουσα οικονομία και στην καταβαραθρωμένη διάθεσή μας.
Είναι αληθινές συλλογικότητες που εμπεριέχουν την έγνοια των ανθρώπων για τους συνανθρώπους τους, τη γενναιόδωρη προσφορά του χρόνου, του κόπου, τη γενναιόδωρη αντιπροσφορά του γέλιου, του κεφιού και την κοινή απόλαυση ενός Γιαλού, με γεμάτα μαγαζιά και δρόμους.
Ίσως είναι αυτά τα τσαρούχια μας, για να περπατάμε στα αγκάθια από δω και πέρα.
Ας είναι καλά οι άξιοι δωρητές και οι τσαγκάρηδες που μας τα έφτιαξαν.

Friday, January 21, 2011

Η παραγγελιά της Ανδριώτισσας


Έμαθα για σένα τον τελευταίο καιρό. Δεν σε ήξερα όσο ζούσες. Διάβασα το όνομά σου σε μια μαθητική εργασία που έγινε ημερολόγιο. Ένα όνομα χαϊδευτικό, παιχνιδιάρικο,μιας κοπέλας που την προσέχουν και την καλομαθαίνουν. Είδα τη "φωτογραφία" σου στο παλιό πανηγύρι. Μπήκες με την παρέα σου, έκανες παραγγελιά στα όργανα, χόρεψες κι έφυγες. Κορίτσι πράμα, πού το βρήκες το θάρρος να σταθείς εκεί μπροστά στον κόσμο και να ζητήσεις χορό. Μόνο οι άντρες μπορούσαν να σε χορέψουν κι αυτοί αν ήταν συγγενείς ή συχωριανοί σου. Οι άλλοι έπρεπε να ζητήσουν την άδεια του κηδεμόνα. Και βγαίνεις εκεί μπροστά και κάνεις παραγγελιά. Ποιο τραγούδι ζήτησες; Ποιο χορό χόρεψες άραγε; Ξέρεις πόσες φορές κι εγώ κοπέλα χόρεψα λάθος χορό με λάθος καβαλιέρο κι άφησα το τραγούδι μου αχόρευτο; Ποτέ δε βρήκα το θάρρος σου και είμαι εγγονή σου στα χρόνια.
Είπανε πως ήσουν μεθυσμένη. Με τι είχες μεθύσει, αθάνατο κορίτσι του παλιού πανηγυριού; Η νιότη σου ήταν το κρασί ή η καρδιά σου που πετάριζε με τη δοξαριά του βιολιού; Μην ήσουν μεθυσμένη από έρωτα παλικαριού ή σε μέθυσαν τα πειράγματα και οι τρέλες των φιλενάδων σου;
Τι σε περίμενε μετά; Σχόλια, βλέμματα, σούσουρο στη γειτονιά; Σε μάλωσαν οι δικοί σου;
Κάτι μου λέει ότι καθόλου δε σε ένοιαξε. Έμαθα εγώ πως πάντα έζησες ελεύθερη και ότι ποτέ δεν μπόρεσε ο μικρός μας τόπος να σε υποτάξει, να σε βάλει στα δικά του καλούπια. Έφτιαξες εσύ τώρα ένα καινούριο καλούπι για μας: της Ανδριώτισσας "Στέλλας", που ακόμα και τώρα που δεν υπάρχει πια στη ζωή, τη συζητάνε και αναστατώνονται με την παραγγελιά της όσες δεν μπόρεσαν ποτέ να κάνουν παραγγελιά το τραγούδι τους.

Sunday, December 19, 2010

Μια ορκωμοσία...ετεροχρονισμένη.



Δύο εκδηλώσεις με διαφορά μιας μέρας στο χώρο του Δημοτικού Κινηματοθεάτρου: Σήμερα,η ορκωμοσία του Δημάρχου, Γιάννη Γλυνού, χθες η εκδήλωση του ιδρύματος Παπαδημητρίου για τον επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων.
Και στις δύο παρών ο Δήμαρχος, μόνο που στη δεύτερη δεν ήταν το τιμώμενο πρόσωπο, αλλά ένας από τους λίγους που την παρακολούθησαν ως το τέλος.


Έξι νέα παιδιά από την Άνδρο, επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων, επαγγελματίες ή ερευνητές, απευθύνθηκαν στους μαθητές των τελευταίων τάξεων των λυκείων και τους ενημέρωσαν ο καθένας για την επιστήμη του και για τις προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης που παρέχει αυτή. Υπότροφοι όλοι του Ιδρύματος Παπαδημητρίου, υπό την αιγίδα του οποίου έγινε η εκδήλωση, αναφέρθηκαν και στη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στην αγορά εργασίας, στις δυσκολίες και τις προοπτικές που δημιουργούνται, ακόμα και σ' αυτή την εποχή της κρίσης ή ίσως και εξαιτίας της.


Είδαμε νέους ανθρώπους χωρίς τη μιζέρια και τον πανικό που καταγράφεται στα ΜΜΕ, από μέρους της νέας γενιάς. Ναι, είναι δύσκολα, αλλά πρέπει να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας, να ψάξουμε λύσεις στα αδιέξοδα, να συνεργαστούμε, να αναζητήσουμε στήριξη στις τοπικές κοινωνίες, να μάθουμε να μην τα περιμένουμε όλα από το κράτος. Δεν χρειάζεται να φύγουμε από τη χώρα μας. Αν όλοι εμείς, που είμαστε έτοιμοι να αποδώσουμε όσα η πατρίδα μας έχει επενδύσει σε μας, φύγουμε, μειώνονται οι προοπτικές της, υπονομεύεται το μέλλον της.
Όπως είπαν όλοι, οι σπουδές για ένα διάστημα στο εξωτερικό σου ανοίγουν άλλους ορίζοντες, αλλά η μόνιμη εγκατάσταση, που προωθείται τον τελευταίο καιρό ως πανάκεια, έχει πολλές δυσκολίες κι ας προσφέρει καλύτερες οικονομικές απολαβές.

Ξέρω καλά ότι στη σημερινή ορκωμοσία του ο Γιάννης ο Γλυνός την ώρα που ορκίζοταν να τηρεί το Σύνταγμα και τους νόμους, είχε στο νου του αυτά τα παιδιά: Την Κατερίνα τη Γρυμάνη που κάνει το διδακτορικό της στην Κοινωνιολογία, τον Νίκο τον Κωσταρά και το Γιάννη τον Περτέση, τους μηχανικούς υπολογιστών, τις εκπροσώπους των παιδαγωγικών επιστημών, Καλλιόπη Γλυνού της πρωτοβάθμιας και Ολυμπία Παρλιάρου της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και την Καλλιόπη τη Βιταλιώτη, τη γεωπόνο, που το μεταπτυχιακό της έχει θέμα την κτηνοτροφία της Άνδρου.
Αυτά τα παιδιά κι όλα τα παιδιά, που ζουν ή που επιθυμούν να ζήσουν στον τόπο μας, είναι το θέμα της σημερινής ορκωμοσίας. Το μέλλον τους, οι προοπτικές τους,οι ελπίδες τους. Το μέλλον μας, οι προοπτικές μας, οι ελπίδες μας.
Καλό ξεκίνημα Δήμαρχε, καλή δύναμη, φίλε.

Monday, December 13, 2010

Hμερολόγιο Γυναικών Κορθίου 2011: Πανηγύρια




Κυκλοφόρησε το ημερολόγιο του συλλόγου μας για το 2011, αφιερωμένο στα πανηγύρια.
Έχω πολλούς λόγους να χαίρομαι ιδιαιτέρως γι' αυτό.
Ως γνήσιο παιδί των πανηγυριών από μικρή ηλικία, έχω υποστεί τα πάνδεινα από κουλτουριάρηδες και πολιτικοποιημένους φίλους στα νιάτα μου, όταν αντί να τρέχω στις παραλίες να τραγουδάω Θεοδωράκη και αντάρτικα με τις κιθάρες, το έσκαγα για να πάω να χορέψω στο πανηγύρι. Άσε πια τη μουσική παιδεία που απέκτησα από αυτά, που μερικοί κακόπιστοι τη θεωρούν χαμηλοτάτου επιπέδου και προσπάθησαν κατά καιρούς να με αναμορφώσουν, με συναυλίες και όπερες, επί ματαίω. Α, μην ξεχάσω τις απειλές των οικείων μου για δολιοφθορά των συλλογών μου με τραγούδια των πανηγυριών και απαγορεύσεις δικτατορικού τύπου, όταν θέλω να τις απολαύσω με παρέα.
Ε, όσο να 'ναι, δικαιώνομαι τώρα που θα βλέπουν όλες τις μέρες του χρόνου εικόνες από πανηγύρια να τους θυμίζουν ωραίες στιγμές. Να είχαν και ήχο μαζί, θα ήταν το τέλειο δώρο.
Ο δεύτερος λόγος που νιώθω υπερήφανη είναι που το ημερολόγιο περιλαμβάνει την εργασία μιας ομάδας μαθητών μου από την Γ' Γυμνασίου, που είχε θέμα της τα τοπικά πανηγύρια, χωρίς να έχουμε ιδέα για το ημερολόγιο, όταν την οργανώναμε. Ευτυχής σύμπτωση.
Ο κυριότερος όμως λόγος που χαίρομαι είναι γιατί αυτό το ημερολόγιο για δεύτερη συνεχή χρονιά αποτυπώνει την επιτυχημένη δράση του Συλλόγου Γυναικών Κορθίου και θα γίνει πάλι για τους συγχωριανούς μου αφορμή για ψάξιμο στις παλιές φωτογραφίες και ανταλλαγή αναμνήσεων.
Δεν ξέρω πώς τα έχει καταφέρει αυτός ο Σύλλογος να κάνει τόσο πολλά σε τόσο λίγο διάστημα και να συγκεντρώσει γύρω του τόσους ανθρώπους με αγάπη για τον τόπο και όρεξη για προσφορά σ'αυτόν. Ένας από αυτούς, ο εκδότης μας, Παναγιώτης Αναστασόπουλος, ο αγαπημένος των Γυναικών Κορθίου, που όχι μόνο μας πρόσφερε την έκδοση, μα έβαλε το μεράκι του σε κάθε τυπωμένη σελίδα αυτού του μικρού λευκώματος.
Αξίζει όμως να σας θυμίσω το όνομα του ανθρώπου που είναι η ψυχή αυτής της συλλογικής προσπάθειας. Είναι η Βάσω Μπενά,η πρόεδρός μας, επιτυχημένη "μεταγραφή" εξ Ηπείρου και πολιτογραφημένη Κορθιανή εξ αγχιστείας.
Τέλος, πριν σας πω τον τελευταίο λόγο που χαίρομαι με αυτό το ημερολόγιο, κοιτάξτε την τελευταία φωτογραφία προσεκτικά: Ο δεύτερος νεαρός από τα δεξιά, με την τραγιάσκα και το σκούρο σακάκι είναι ο πατέρας μου, πίσω από τον πρώτο νεαρό διακρίνεται ένα μαυράκι, που είναι η μάνα μου, ο βιολιτζής είναι ο αδερφός του παππού μου, μπαρμπα- Χρήστος Βουραζέρης, μεγάλη φυσιογνωμία (αυτοσυστήνοταν αγρότης,μουσικός και λίγα κουνέλια), δίπλα του ο παππούς μου,ο μέλλων πεθερός του νεαρού με το σακάκι δίπλα του.
Ε, πώς να ξεφύγεις από τα πανηγύρια με τέτοιες ρίζες;







Monday, November 15, 2010

Γιάννης Γλυνός, Δήμαρχος Άνδρου




Στις αρχές της δεκαετίας του '80, όταν η φοιτητική ζωή στην Αθήνα ήταν ένας παράδεισος γεμάτος πάρτι, συναυλίες, εκδρομές,πορείες και διαδηλώσεις, τον ακούσαμε να λέει, πριν καλά καλά πάρει πτυχίο: "Εγώ θα πάω στην Άντρο". Βρε, καλέ μας, βρε χρυσέ μας, τι θα κάνεις εκεί στις ερημιές με τους αιτούλους θα μιλάς; Ανένδοτος, απροσκύνητος, άφησε σε μας την Αθήνα να τη χαιρόμαστε και γύρισε στον τόπο μας. Δεν έλειψε ούτε μια μέρα είτε είχε τυπική συμμετοχή στα κοινά είτε όχι, από το προσκλητήριο αυτού του τόπου. Πάντα για κάτι σημαντικό πάλευε, πάντα αγωνιούσε για τις τύχες των ανθρώπων του.
Όταν επιστρέψαμε κάποτε, τον βρήκαμε εκεί να μας έχει στρώσει το χαλί της αγάπης του, της έγνοιας του. Συμπορευτήκαμε, μεγαλώσαμε παιδιά, διδάξαμε παιδιά, μοιραστήκαμε αγωνίες και χαρές. Από τότε που ανέλαβε δήμαρχος, αμφιβάλλω αν μπορέσαμε να σταυρώσουμε δυο κουβέντες, χωρίς να γυρνάμε συνεχώς γύρω από τα προβλήματα του τόπου και τα σχέδια για το μέλλον του.
Κάποτε που είπα να φύγω κι εγώ από το νησί, για τους δικούς μου λόγους, αντιμετώπισα εκτός από την αποδοκιμασία του και τη μόνιμη επωδό κάθε φορά που τον έβλεπα: "Μάζευτα κι έλα". Κανέναν δεν αφήνει να "αλλαξοπιστήσει", κανέναν δεν θέλει να χαρίσει στην Αθήνα, ντόπιο ή "ξένο", μόνιμο κάτοικο ή προσωρινό επισκέπτη. Νομίζω ότι αυτός είναι ο βαθύτερος καημός του, να τους κρατήσει όλους εδώ, ακόμη και κλειδώνοντας την "πόρτα", για την οποία λέει ότι θα είναι ο τελευταίος που θα την κλείσει.
Χθες αυτός ο ορκισμένος Αντριώτης, ανταμείφθηκε για την αγάπη του για τον τόπο και τα έργα αυτής της αγάπης, βγαίνοντας δήμαρχος όλου του νησιού.
Χθες βράδυ, στο Κόρθι, ζήσαμε την πάνδημη χαρά, όπως είχαμε ζήσει προ μηνών τον πάνδημο θρήνο. Όλα τα μάτια δακρύσανε από χαρά, ακόμα κι εκείνης που δεν έχουν σταματήσει να δακρύζουν από πόνο εδώ και τέσσερις μήνες.
Μόνο που πια ο Γιάννης δεν είναι "δικός μας". Το ένιωσα χθες βράδυ που τον συνοδέψαμε στη Χώρα, ένα ποτάμι αυτοκίνητα, και τον παραδώσαμε σαν γαμπρό, με τα βιολιά, στο ψηλό κτίριο της Πλατείας Γηροκομείου. Ο Γιάννης ο Γλυνός είναι πια ο Δήμαρχος όλων μας, μας το είπε καθαρά: "Οι εκλογές τελείωσαν. Τώρα είμαστε όλοι μαζί". Μαζί κι ο γιατρός ο Θεοδόσης ο Σουσούδης κι ο έπαρχος ο Γιάννης ο Μαλταμπές, μαζί κι όλοι οι "χαμένοι". Το μισό νησί, δεν μπορεί ποτέ να είναι χαμένο, χωρίς να χαθεί όλο.
Και είναι καιρός αυτό το νησί, που πάντα ήταν χωρισμένο σε τρία μικρότερα, πιο κοντά στην Αθήνα το καθένα τους, παρά στα άλλα δύο, να ενωθεί κοινωνικά, οικονομικά, ακόμα και ψυχικά και να παλέψει για το παρόν και για το μέλλον του, στους δύσκολους καιρούς που έρχονται.
ΥΓ
Εδώ θα πάρετε μια γεύση από τα γεγονότα της χθεσινής βραδιάς δια χειρός vanglouk

Monday, November 8, 2010

Τα αποτελέσματα των εκλογών στην Άνδρο και ο νικητής


Ο μπάρμπα Σταμάτης ο Σκόρδος, παλαίμαχος αγωνιστής ναυτεργάτης,από το Κόρθι της Άνδρου, που, όπως έλεγε ένας παλιός συναγωνιστής του, αν μαζεύαμε όλο το ξύλο που είχε φάει, θα μπορούσαμε να δείρουμε όλο τον κόσμο, γνωρίστηκε κάποτε με έναν νεαρό φοιτητή, συντοπίτη του, γεμάτο ενθουσιασμό για τις ίδιες ιδέες. Όταν λοιπόν ο νεαρός νεοφώτιστος έβριζε με τα χειρότερα λόγια τους βασανιστές του μπάρμπα Σταμάτη, τον άκουσε να του λέει με απλότητα: "Θύματα ήταν κι αυτοί, παιδί μου."
Αν αυτός μπορούσε να βλέπει έτσι τους βασανιστές του, μήπως κι εμείς οι "άκαπνοι", που δεν έχουμε φάει ούτε ένα χαστούκι στη ζωή μας για τα πιστεύω μας, που δεν μας στέρησε κανείς την ελευθερία ούτε για μια ώρα, μήπως θα μπορούσαμε λίγο να καταλαγιάσουμε το θυμό, την οργή που εκπέμπουμε επί δικαίων και αδίκων, κάθε φορά που συγκρουόμαστε στο πεδίο της πολιτικής και όχι μόνο;
Από τους επικεφαλής των κομμάτων που λούζουν με ακραίους χαρακτηρισμούς κάθε φορά τους αντιπάλους τους, λες και με αυτό τον τρόπο μετριέται η αγωνιστικότητα και η αποτελεσματικότητα των θέσεών τους, μέχρι τους απλούς πολίτες που επιστρατεύουν κάθε αθέμιτο μέσο εναντίον των συμπολιτών τους που εκφράζονται από διαφορετικές πολιτικές ή αυτοδιοικητικές επιλογές, διαμορφώνεται ένα τοπίο απωθητικό, αηδές, για όποιον άνθρωπο θα ήθελε να συμμετέχει στα κοινά, χωρίς να χάσει τον πολιτισμό του.
Και για τους λόγους αυτούς είμαι πολύ υπερήφανη που στο νησί μου και στο χωριό μου χθες το βράδυ τιμήθηκε με την ψήφο των Ανδριωτών, ο Γιάννης ο Γλυνός, ένας άνθρωπος που είναι ο ορισμός αυτής της τόσο σπάνιας αρετής στο σημερινό πολιτικό τοπίο, της ευγένειας, του σεβασμού προς τον αντίπαλο, τον διαφωνούντα, ακόμα και τον υβριστή και το συκοφάντη.
Αν και αυτή του η ανωτερότητα πολλές φορές κι εμένα την ίδια με έχει "ενοχλήσει", χαίρομαι που δικαιώθηκε χθες, όχι μόνο ως προς το αποτέλεσμα, αλλά και ως προς το κλίμα που επικράτησε σε όσες παρέες βρέθηκα αυτές τις μέρες.
Έχει πολύ μεγάλη σημασία για έναν μικρό τόπο, σ' αυτή τη δύσκολη συγκυρία, να κρατήσει την ομοψυχία του, τη συνοχή του, όσες διαφωνίες και συγκρούσεις και να υπάρξουν.
Γιατί, αν διχαστεί, όποιο και να είναι το τελικό αποτέλεσμα την άλλη Κυριακή, ο μόνος νικητής θα είναι η κοινωνική και ψυχική του συρρίκνωση που θα τον μετατρέψει σε πραγματικό θύμα των άγριων καιρών που έρχονται.

Saturday, October 2, 2010

Το δικό μου παράπονο


Αυτή την εποχή στη χώρα μου, περνάμε την περίοδο της κρίσης, που δεν είναι μόνο οικονομική. Περάσαμε κι άλλοτε κρίσεις, πτωχεύσεις,προσφυγιές, κατοχές, κι αντέξαμε να είμαστε άνθρωποι. Τώρα βλέπω γύρω μου να φουσκώνει όλο και περισσότερο ένα κύμα οργής,μίσους, καχυποψίας, απαξίωσης, όλων για όλους και όλων για όλα. Ο καθένας, πολιτικός, δημόσιος υπάλληλος, έμπορος, επιχειρηματίας, κάτοχος ακινήτων ή κινητών αγαθών, "μεγαλοσυνταξιούχος", ελεύθερος επαγγελματίας, θεωρείται ένοχος,μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Ευημερεί; Δεν μπορεί θα έκανε παρανομίες! Δυσπραγεί; Ε,βέβαια, τεμπέλης, δεν κυνηγάει τη δουλειά! Είναι ήρεμος ή χαρούμενος; Δεν τον αγγίζουν τα προβλήματα, τη βγάζει καθαρή. Είναι δραστήριος, δρα συλλογικά; Ε,κάτι πάει να βγάλει, να πιάσει την κουτάλα κι αυτός. Απέχει; Δεν αγωνίζεται, είναι βολεμένος.
Συχωριανοί,δεν πάμε πουθενά έτσι.
Ακόμα κι αν βγούμε σώοι από την κρίση, θα έχουμε υψώσει τέτοια τείχη ανάμεσά μας, που θα είναι αδύνατον να συνυπάρξουμε κοινωνικά, στη δουλειά, στην προσωπική μας ζωή, στις τοπικές κοινωνίες, στις συλλογικές δράσεις.
Και τότε δε θα μας φάει μόνο η μοναξιά,που θα την κρύβουμε πίσω από οθόνες και παράθυρα, αλλά θα μας φάνε και τα πραγματικά θηρία, που υπάρχουν και τρέφονται ακριβώς από αυτή τη μοναξιά.
Ας συνειδητοποιήσουμε ότι όλοι έχουμε ευθύνη γι'αυτό που συμβαίνει, είτε επωφεληθήκαμε είτε όχι. Άλλος λίγο άλλος πολύ το ταΐσαμε το "θηρίο" με την εθελοτυφλία μας,με την ανοχή μας,με την ευκολοπιστία μας, με την προσδοκία ενός βολέματος, ακόμα κι αν δεν κλέψαμε, ακόμα κι αν δεν διοριστήκαμε με μέσο ή δεν παρανομήσαμε.
Δεν έχει νόημα τώρα να κατασπαράξουμε όσους αφήσαμε εμείς οι ίδιοι να αρπάξουν ό,τι δεν προστατεύοταν. "Φύσει γαρ υπάρχει τοις παρούσι τα των απόντων".
Προς θεού δεν αναφέρομαι σ' αυτούς που αποδεδειγμένα έκλεψαν, ρήμαξαν το κράτος, ενώ όφειλαν να το προστατέψουν. Αυτοί δεν δικαιούνται καμιά ανοχή.
Μιλάω για το διπλανό μας που μπορεί να επωφελήθηκε,μπορεί και όχι. Να επιτρέψουμε την αμφιβολία έστω. Να μην βγάζουμε το χατζάρι για όποιους- δημοτικές εκλογές έρχονται- θέλουν να συμμετέχουν στα κοινά. Να μην παίρνουμε τον κουβά με τη λάσπη μόλις δούμε ότι κάποιος "είναι με τους άλλους". Να μην κλείνουμε τα μάτια σε ό,τι καλό βλέπουμε γύρω μας.
Κι εδώ να πω το προσωπικό μου παράπονο:
Δεν ασχολήθηκα με τα κοινά στον τόπο μου ποτέ. Δεν θέλω να βάλω σε δεύτερη μοίρα το δασκαλίκι, για μένα είναι και δουλειά και μεράκι. Και πάντα ένιωθα ότι μέσα από αυτό μπορείς να συμμετέχεις πολύ ουσιαστικά στο παρόν και στο μέλλον μιας κοινωνίας.
Ζω όμως σε ένα μικρό τόπο, που αν είχες 15 χρόνια να τον επισκεφθείς κι ερχόσουν τώρα, δεν θα τον αναγνώριζες. Είναι τόσα πολλά αυτά που έγιναν, που πολύ αμφιβάλλω αν υπάρχει αντίστοιχο παράδειγμα σε όλη τη χώρα. Και για όποιον έχει ασχοληθεί να φτιάξει οτιδήποτε, δημόσιο ή ιδιωτικό, να έρθει αντιμέτωπος με τη γραφειοκρατία, την ανοργανωσιά, τη ραθυμία του συστήματος, δεν είναι καθόλου αυτονόητο ένα τέτοιο έργο. Ας υπάρχουν παραλείψεις,παράπονα, αδικίες, λάθη, ας μην υπάρχει μηδενισμός, αχαριστία, καχυποψία, τυφλότητα.
Είναι απόλυτα θεμιτό να διεκδικούν κι άλλοι την εξουσία της τοπικής αυτοδιοίκησης, να θέλουν κι άλλοι να συμμετέχουν στα κοινά. Κανείς δεν έχει το αποκλειστικό προνόμιο αυτής της διεκδίκησης, όσο επιτυχημένος και να είναι. Δεν είναι ανάγκη όμως να κοντύνουμε τους ψηλούς, για να αναδειχθούμε. Ο καθένας έχει τη δική του πρόταση, τη δική του αξία, ας αναμετρηθούν οι προτάσεις και οι αξίες, όχι η απαξίωση.
Είπα παραπάνω πως δεν έχω αναμιχθεί στα κοινά. Ψέματα.Εδώ και 12 χρόνια, έχω προσφέρει σ' αυτά τον καλύτερό μου φίλο και τον καλύτερό μου συνάδελφο.Τους έχω χάσει και τους δυο και δεν τους έχω αντικαταστήσει. Είναι το ίδιο πρόσωπο,ο Γιάννης ο Γλυνός, ο επί 12 χρόνια δήμαρχος Κορθίου, μα, τώρα που το σκέπτομαι, όχι και "δικός μου" δήμαρχος. Μια δημοτική πισίνα έχω ζητήσει, εδώ και 10 χρόνια, να κολυμπάω το χειμώνα κι όσο την είδατε εσείς,άλλο τόσο την είδα κι εγώ...

Tuesday, September 7, 2010

Αντίο, Τζοντίλιο!


Ήρθε χθες στο σχολείο με τη μητέρα του να μας αποχαιρετήσει. Ένα ευγενικό και έξυπνο παιδί,ο Τζοντίλιο από την Αλβανία, μας φεύγει. Οι γονείς του δεν βρίσκουν πια δουλειά εδώ και επιστρέφουν στην πατρίδα τους. Ποια είναι όμως η πατρίδα του Τζοντίλιο; Πού βρίσκονται όλα όσα γεμίζουν τη ζωή ενός δεκατετράχρονου παιδιού; Οι φίλοι, οι συμμαθητές, το σχολείο, το γήπεδο, η πλατεία; Είναι αρκετοί οι συγγενικοί δεσμοί, η καταγωγή, η μητρική γλώσσα, να αναπληρώσουν τέτοιες απώλειες; Σίγουρα θα τα καταφέρει να προσαρμοστεί κι εκεί, όπως τα κατάφερε κι εδώ, άλλωστε τα παιδιά είναι ευπροσάρμοστα από τη φύση τους. Για μας σημασία έχουν τα δάκρυα που είδα στα μάτια του, όταν μας αποχαιρετούσε και το "ευχαριστούμε" της μάνας του. Ήταν χαρά μας που τον είχαμε στην τάξη και θα μας λείψει πολύ. Του ευχόμαστε καλή επάνοδο στην πατρίδα του και καλή σχολική χρονιά και περιμένουμε να μας γράψει, όπως μας υποσχέθηκε.

Wednesday, August 11, 2010

Kώστας Γαρύφαλλος: Ηχώ Εικόνες Είδωλα...Κάπου στην Άνδρο


Αυτό το καλοκαίρι μας χρωστάει ακόμη, ευτυχώς, ωραίες στιγμές. Μια από τις καλύτερες, το βιβλίο του ζωγράφου, Κώστα Γαρύφαλλου: "ΗΧΩ ΕΙΚΟΝΕΣ ΕΙΔΩΛΑ",των εκδόσεων ergo που παρουσιάστηκε προχθές στο καφέ του Μουσείου Γουλανδρή, και είχα την τύχη να ξεφυλλίσω πρώτη κι από το συγγραφέα του.
Σ' αυτό το λεύκωμα περιέχονται φωτογραφίες και πίνακες του συγγραφέα, αλλά και ποιητικά κείμενα μεγάλων λογοτεχνών, αντλημένα από τα διαβάσματά του και ορισμένα δικά του, όλα με κέντρο αναφοράς τον τόπο μας, το νοτιοανατολικό κομμάτι της Άνδρου, την περιοχή του δήμου Κορθίου. Περιέχεται επίσης μια εισαγωγή του Μανώλη Γλέζου, απόλυτα εναρμονισμένη με την ποιητική δύναμη των εικόνων και των ήχων του λευκώματος, που εκπορεύεται από τον ίδιο έρωτα της κυκλαδίτικης γης και της θάλασσας.
Αυτό το βιβλίο είναι και δεν είναι του Γαρύφαλλου που ξέρω, του φίλου, συναδέλφου , που με πολλούς τρόπους συμπορευτήκαμε εδώ και πάνω από 20 χρόνια.
Είναι δικό του, γιατί μόνο αυτός παραμένει ερωτευμένος αγιάτρευτα με τη γενέθλια γη, που όλους τους άλλους ιθαγενείς κατά καιρούς μας απο-γοήτευσε, αν και ποτέ δεν πάψαμε να την αγαπάμε. Σ' αυτό λοιπόν τον υψηλής αισθητικής τόμο-εκδοτικό εγχείρημα απονενοημένο και εξίσου κεραυνοβολημένο από τον ίδιο έρωτα- περιέχεται η "κρεβατοκάμαρα" αυτού του αγιάτρευτου ειδυλλίου. Όλες οι πικάντικες λεπτομέρειες: συναντήσεις κρυφές, σκοτεινές φωλιές, μυστικά περάσματα, καμπύλες, εσοχές, ύψη, βάθη, ρωγμές, ισώματα, γεύσεις, χρώματα, αγγίγματα,ήχοι.
Μα, ζω εγώ σ'αυτό τον τόπο; Μήπως είναι η ματιά του ζωγράφου που περνάει και μετουσιώνει το τοπίο σε ουτοπία ονείρων και ονειροπολήσεων; Μήπως αυτή η Άνδρος των φωτογραφιών ξεπήδησε από την άλλη των πινάκων του, σε μια μυστηριακή ανάποδη αντιγραφή της φύσης από την τέχνη; Δεν γνωρίζω, αλλά θα δανειστώ αυτή την οπτική γωνία στις περιπλανήσεις μου από δω και μπρος στη γενέθλια terra incognita.
Υπάρχει όμως κι ένα στοιχείο του λευκώματος που δεν είναι του Γαρύφαλλου που ξέρω: Τα κείμενά του, πεζά και ποιητικά. Τα ρίχνει μέσα, εδώ κι εκεί, ανυπόγραφα, σαν λεζάντες στους πίνακες, σαν διακοσμητικά αντικείμενα, που μπορείς και να τα προσπεράσεις, προσηλωμένος στις εικόνες που δεσπόζουν. Κι όμως, έτσι και τραβήξουν την προσοχή σου, κλέβουν την παράσταση σαν τους κομπάρσους που περνάνε βουβοί στη σκηνή και με ένα βλέμμα, μια κίνηση, επισκιάζουν τους μεγάλους πρωταγωνιστές.
"Το ποτάμι ορμητικό
πήγαινε προς τη θάλασσα
Μέχρι που κάποιος το πέρασε.
(Από καιρό το προσπαθούσε
με θυσίες, μόχθο και συστολή).
Αυτομάτως το ποτάμι τη θάλασσα ξέχασε
άλλαξε πορεία.
Τώρα εκβάλλει στις πηγές του."
Αυτή η αντιστροφή, η πορεία προς τις πηγές είναι,κατά τη γνώμη μου, το μότο της πολύμορφης αυτής ποιητικής συλλογής, ας γίνει τώρα και δικός μας δρόμος που διψάσαμε στην ξηρασία των καιρών.

ΥΓ: Σ' ευχαριστούμε, Παναγιώτη Αναστασόπουλε, εκδότη και κοινωνέ της ίδιας "λωλάδας" με τον συγγραφέα για το νησί, που μας χάρισες κάτι τόσο όμορφο, για να ημερέψουμε αυτό το άγριο καλοκαίρι.

Tuesday, April 13, 2010

Φυτεύοντας αρμυρίκια και μερικά άλλα.



Φυτέψαμε δέντρα στην άμμο την Κυριακή που μας πέρασε. Τα απιθώσαμε σε λακκουβίτσες, τους βάλαμε λίγο χώμα,λίγο λίπασμα,λίγο νεράκι, τα στηρίξαμε σε βέργες, να μην τα σπάσει ο τρελός αέρας που φυσάει στο Μύλο και τα σκεπάσαμε στοργικά σαν μωράκια στο λίκνο τους να τα νανουρίζει η θάλασσα να μεγαλώσουν.



Δεν προσέξαμε όμως καλά και μαζί μ' αυτά βάλαμε κι άλλους σπόρους μαζί τους στο χώμα να φυτρώσουν. Τους έριξαν μικροί κηπουροί παραθαλάσσιων κήπων που φρόντιζαν για τον ίσκιο τους στις παραλίες του μέλλοντος. Παιδιά του γυμνασίου και ακόμα μικρότερα του δημοτικού, δούλεψαν με εκείνη την πολύ παλιά φροντίδα για τα δέντρα και τη γη, μπολιασμένη από πάππου προς πάππου, που έδωσε σ' αυτό τον τόπο ό,τι φυτικό πλούτο διαθέτει. Γιατί εδώ οι παππούδες μας δεν κτίσανε μόνο μέχρι τα βουνά, με τις αμασιές, τα κελιά, τους παραστημούς, φυτέψανε κι όλα τα δέντρα με τα χέρια τους. Όλο το φυσικό τοπίο είναι έργο ανθρώπων, όπως το οικιστικό. Μαζί λοιπόν με τα δεντράκια μας, φυτρώνει κι αυτή η παλιά κληρονομιά που συνεχίσαμε εκεί στο αξάνεμο ακρογιάλι του Μύλου.



Κι εμείς οι μεγάλοι όμως κάτι σπείραμε παραπάνω. Το είδαμε να διατρέχει απ' άκρη σ' άκρη το εργοτάξιό μας, να αλλάζει χέρια όπως τα τσουβάλια με το χώμα,να σφηνώνει γερά όπως οι σιδερόβεργες στη γη, να μπερδεύεται με τα πειράγματα και τα γέλια. Ήταν αυτό το "μαζί", το πολύτιμο και δυσεύρετο στους καιρούς μας. Να το ποτίζουμε αυτό πιο πολύ κι από τα δέντρα μας, γιατί το κυνηγάνε όλα τα ζιζάνια να το πνίξουν: Το "δε βαριέσαι", το "σιγά μωρέ ας τα κάνουν άλλοι", το "εγώ θα σώσω τον κόσμο;", το "πόσα θα πάρω;", το "γιατί δεν το κάνει το κράτος;". Κι άλλα κι άλλα, πού να τα ξέρω, γεωπόνος είμαι;



Α, και την πρόεδρο και τα μάτια μας. Αν και στο χωριό της τα δέντρα είναι άφθονα και φυτρώνουν μόνα τους, ξέρει από...κηπουρική.



ΥΓ: Ορισμένες από τις φωτογραφίες τις πήρα από την Αριάνα Μασσέλου, γιατί ήταν πιο ωραίες από τις δικές μου. Την ευχαριστώ.

Με τον Μάνο Λοΐζο, το 1979

  Στον Άη Γιώργη στου Φαράλη, είδα το Μάνο Λοΐζο, τον Απρίλιο του 1979. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και είχε έρθει με την παρέα του Γιώργου του Δ...