Showing posts with label ελιές. Show all posts
Showing posts with label ελιές. Show all posts

Sunday, October 12, 2008

Οι ελιές που δε μάζεψα.


Ποτέ δεν ήμουν στις ελιές. Πάντα είχα σχολείο, δημοτικό, γυμνάσιο, μετά σπουδές, μετά δουλειά...
Κάθε φορά που έβλεπα τα λάινα φορτωμένα με καρπό, ζήλευα. Το χορταράκι από κάτω είχε πρασινίσει, τα πρινολούλουδα, τα πιο πρώιμα λουλουδάκια, είχαν ξεμυτίσει, αυτό ήταν το στρώμα που θα δέχονταν το ραβδισμένο καρπό και σ' αυτό θα γονάτιζαν να τον μαζέψουν, γυναίκες, άνδρες, παιδιά. Τα πολύ μικρά παιδιά κι όσα δεν πήγαιναν γυμνάσιο, όχι εγώ. Οι άνδρες συνήθως ράβδιζαν τον καρπό με μεγάλα καλάμια, τις ραβδιστήρες, ή σκαρφάλωναν στα δέντρα για να ρίξουν τις ελιές από τα πιο ψηλά κλαδιά ή κλάδευαν με πριόνια τα πολύ μεγάλα δέντρα, για να κάνουν πιο εύκολη τη δουλειά. Δεν στρώναμε τότε λιόπανα, ούτε είχαμε τσουγκρανάκια να μαδάμε τις ελιές, όπως τώρα. Τα παλιά λάινα ήταν πανύψηλα, αϊβαλιώτικα τα έλεγε η γιαγιά μου, όχι όπως αυτά που έχουμε τώρα, που τα πιο παλιά τα φύτεψε ο πατέρας μου, όταν γεννήθηκα. Δίνουν καλύτερο και περισσότερο λάδι, είναι πιο όψιμα, αλλά τους λείπει αυτή η...γνησιότητα του γηγενούς, η αριστοκρατία της καταγωγής (εεε, μην κατηγορηθώ για υποστηρικτής της αρίας...ελιάς). Τα παλιά χρόνια μάζευαν ό,τι έπεφτε από το δέντρο, τις καλές μαζί με τις "κοσφερές", τα "ξερόνια", και έβγαζαν ένα λάδι μπαρούτι. Αυτό όμως ήταν η επιβίωσή τους, δεν είχαν την πολυτέλεια να διαλέξουν. Τα νεότερα χρόνια, γίνονταν προσεκτική επιλογή στο μάζεμα και το λάδι έβγαινε καλύτερο, αλλά όχι όπως αυτό που βγαίνει τώρα από τα λαϊνάκια με μηδέν οξέα. Αναρωτιέμαι όμως μήπως γι' αυτό τα φαγητά δεν έχουν εκείνη την παλιά γεύση, την αλησμόνητη. Οι τηγανητές πατάτες της γιαγιάς μου, που δεν τις έχω ξαναφάει ποτέ από άλλη μαγείρισσα,τώρα που το σκέφτομαι, ίσως όφειλαν τη μοναδική γεύση τους στα λάδια που χρησιμοποιούσε χωρίς διακρίσεις...εξευγενισμού.
Κάθε τέτοια εποχή λοιπόν, όλα ήταν έτοιμα,κοφίνια, καλάθια, τσουβάλια, καυκιά (γκαζοντενεκέδες, που ήταν και η μονάδα μέτρησης του καρπού και του λαδιού, αντίστοιχα), ραβδιστήρες, όλο το συγγενολόι και οι χωριανοί, τα φαγητά στις "καστανιές", το κρασί, το ρακί, οι λουκουμάδες, τα χοιρινά, αν είχαν προηγηθεί χοιροσφάγια, τα ειδικά ρούχα (μόνο τότε φόραγαν παντελόνια οι γυναίκες), το λιοτρίβι, η βίδα, όπως τη λέμε εδώ, τα ζώα που θα κουβαλούσαν τον καρπό.
Μόνο εγώ έλειπα. Και τα έχανα όλα, το μάζεμα, τα αστεία κάτω από τα λάινα, τις ιστορίες των παλιών, τα κουτσομπολιά, τα γλέντια στις βίδες που συχνά ήταν η ευτυχής κατάληξη όλων αυτών.
 Ήθελα να είμαι εκεί που περίμεναν να βάλουν λάδι στα φαγητά κατευθείαν με το λαγήνι από τη βίδα. Να ακούσω εκείνη την παλιά ιστορία, τότε στα δύσκολα χρόνια τα μετεμφυλιοπολεμικά, που μια παρέα γλεντζέδων "κουκουέδων" σε μια βίδα, κατέληξε στην αστυνομία από κάρφωμα και διανυκτέρευσαν μεθυσμένοι εκεί, μέχρι να τους βγάλει ένας χωριανός τους την άλλη μέρα. Να ακούσω για το λιοτρίβι του παπά, που δεν άφηνε κανέναν να φύγει ξεμέθυστος, του μπαρμπα- Αντώνη, που έβγαζε με τη φούχτα λουκάνικα από την μπουρνιά για μεζέ, και του γέρο- Χαρτσά που βούτηξε μέσα στο λάδι, παραπατώντας από το μεθύσι. Απορώ πώς δε μίσησα τα σχολεία που με απόκοβαν από τη ζωή της κοινότητας. Φαίνεται ότι όταν ξεκόβεις τόσο πολύ, "ξενώνεσαι", δεν ξέρεις ότι λείπεις.
Αφού και τώρα που σας γράφω, οι άλλοι μαζεύουν, εμένα με άφησαν να μαγειρέψω.
Δεν με πήραν στις ελιές.

Με τον Μάνο Λοΐζο, το 1979

  Στον Άη Γιώργη στου Φαράλη, είδα το Μάνο Λοΐζο, τον Απρίλιο του 1979. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και είχε έρθει με την παρέα του Γιώργου του Δ...