
Από τη σοδειά μιας καρπερής χρονιάς, που τελειώνει όπου να 'ναι.
Δείγμα πρώτο, η καταγραφή μιας ιστορικής μαρτυρίας. Στο μάθημα της ιστορίας (Μικρασιατική Καταστροφή), η Κατερίνα Σ. έψαξε στις μνήμες της οικογένειάς της και μας έφερε το παρακάτω κείμενο, που το δημοσιεύω με την άδειά της, για να το χαρούμε όλοι, αλλά και για να αξιοποιηθεί από τους συναδέλφους μου που διδάσκουν το μάθημα και κάθε ενδιαφερόμενο.
Θα ακολουθήσει συνέχεια.
(Στις φωτογραφίες, ένα μικρό δείγμα από την έκθεση ζωγραφικής που έγινε σήμερα στο μαθητικό φεστιβάλ του σχολείου μας)
Η προγιαγιά μου, Ελένη Α (γιαγιά της μαμάς μου, μαμά του παππού μου) γεννήθηκε στη Σμύρνη το Σεπτέμβρη του 1890 (εκείνη έλεγε το 1900). Συγκεκριμένα, γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Σμύρνης, τα Γκριτζαλιά, στο οποίο ο πατέρας της (Κώστας) ήταν δήμαρχος- πρόεδρος.
Παντρεύτηκε σε ηλικία 27 χρονών περίπου τον Σταύρο Α, ο οποίος κατάγονταν από φτωχή οικογένεια αγροτών, ενώ εκείνη είχε φοιτήσει στο τότε σχολαρχείο και η οικογένειά της ήταν εύπορη.
Η προγιαγιά μου είχε πολλά αδέλφια. Στο χωριό είχαν πολύ φιλικές σχέσεις με τους Τούρκους και ζούσαν αρμονικά. Δεν τους απασχολούσαν ιδιαίτερα τα πολιτικά. Άκουγαν όμως ότι ο Κεμάλ οργάνωνε στρατό, για να χτυπήσει τους Έλληνες, παρ’ όλα αυτά δεν το πολυπίστευαν.
Το 1922, η προγιαγιά μου είχε ήδη ένα γιο , τον Κωστάκη (3 ετών) και ήταν έγκυος με δίδυμα.
Ένα πρωί, καθώς είχε πάει στα χωράφια να δει τον προπάππο μου, ο οποίος δούλευε με τους εργάτες, ακούστηκε μια φοβερή δυνατή βοή, που αρχικά κανείς δεν κατάλαβε τι ήταν. Μετά από λίγο, κατέφθασε ο πατέρας της στα χωράφια και της είπε ότι ο Κεμάλ εισβάλλει στα χωριά, σφάζοντας και διώχνοντας τους Έλληνες και ότι θα έπρεπε να φύγουν το γρηγορότερο. Αμέσως ο προπάππος μου άρπαξε την προγιαγιά μου, την έβαλε σε μια άμαξα και ξεκίνησαν μαζί και με τον πατέρα της, για να γυρίσουν σπίτι. Φτάνοντας στο χωριό, πληροφορήθηκαν από το φίλο του μπαμπά της, Τούρκο πρόεδρο του χωριού, ότι πρέπει να φύγουν αμέσως για τη Σμύρνη, γιατί ο Κεμάλ σφάζει όποιον βρει μπροστά του!
Το μόνο που πρόλαβε να πάρει μαζί της ήταν δυο- τρία ρούχα και τα χρυσαφικά της (τα οποία πούλησε αργότερα, στην κατοχή).
Καθώς πήγαιναν στη Σμύρνη μαζί με τ’ αδέλφια της, τις οικογένειές τους και άλλους συγχωριανούς, συνάντησαν μια τουρκική περίπολο (όχι του Κεμάλ), η οποία πήρε όλους τους νέους άνδρες, μέσα σ’ αυτούς και τον προπάππο μου. Οι υπόλοιποι συνέχισαν και κατά το βράδυ έφτασαν στη Σμύρνη.
Οι εικόνες που έχει περιγράψει η προγιαγιά μου στη μαμά μου ήταν φοβερές! Στο λιμάνι δεν υπήρχε καθόλου χώρος και κάθονταν ο ένας κολλητά στον άλλον. Η ατμόσφαιρα από τις φωτιές τους δυσκόλευε την αναπνοή.
Πίστευαν ότι όλα αυτά ήταν μια εξέγερση του Κεμάλ, η οποία αργά ή γρήγορα θα τελείωνε και θα γύριζαν στα σπίτια τους.
Το επόμενο πρωί, κατάλαβαν ότι έπρεπε να φύγουν, γιατί πλέον κινδύνευε η ζωή τους και οι συμμαχικές δυνάμεις δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να τους προστατεύσουν. Τα πλοία φόρτωναν κόσμο, τον έναν πάνω στον άλλο και οι άνθρωποι κινδύνευαν να πέσουν στη θάλασσα, καθώς κρέμονταν από τα κάγκελα των πλοίων.
Η αναστάτωση που επικρατούσε ήταν απερίγραπτη. Ο φόβος κορυφώθηκε, όταν Τούρκοι στρατιώτες, μπροστά στα μάτια της προγιαγιάς μου, έσυραν από τα μαλλιά και σκότωσαν τον τότε μητροπολίτη Σμύρνης, Χρυσόστομο.
Κάποια στιγμή κινδύνεψε και η ίδια, όταν ένας Τούρκος στρατιώτης με την ξιφολόγχη πήγε να της τρυπήσει την κοιλιά, επειδή ήταν έγκυος, όμως ο προαναφερόμενος Τούρκος πρόεδρος και φίλος του πατέρα της μπήκε στη μέση και την έσωσε.
Την επόμενη μέρα, κατάφερε μαζί με τον πατέρα της, το μικρό Κωστάκη και δύο από τα αδέλφια της να στριμωχτούν σε ένα καράβι. Η δυσεντερία και άλλες επιδημίες θέριζαν κόσμο μες στα καράβια. Έτσι πέθανε ο μικρός Κωστάκης. Απ’ την ταραχή της, ξεκίνησε ο τοκετός πρόωρα και με τη βοήθεια ενός ναύτη, γέννησε τα δίδυμα, τα οποία πέθαναν την επόμενη μέρα.
Φτάνοντας στην Αθήνα μαζί με άλλους πρόσφυγες, εγκαταστάθηκαν πρόχειρα σε καταυλισμούς προσφύγων.
Ο προπάππος μου κατάφερε να το σκάσει απ’ τους Τούρκους και για έναν περίπου μήνα, ζούσε κρυμμένος σε μια καμινάδα, όπου μια Τουρκάλα του πήγαινε φαΐ και νερό. Όταν κάπως ηρέμησαν τα πράγματα ήρθε κι αυτός στην Αθήνα και βρήκε την προγιαγιά μου. Έχτισαν στους Αμπελοκήπους (στην οδό Έβρου) το σπίτι τους. Επειδή πάρα πολλοί πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σ’ αυτήν την περιοχή, έδιναν ονομασίες τέτοιων περιοχών (Μικράς Ασίας, Θράκης, Πόντου)
Η προγιαγιά μου και ο προπάππους μου το ένα από τα τρία δωμάτια του σπιτιού που έχτισαν, το είχαν ως καφενείο, μέσα στο οποίο ο προπάππους μου έκανε κι άλλες δουλειές (πχ μπάλωνε παπούτσια). Έκαναν 6 παιδιά, 4 αγόρια και 2 κορίτσια.
Ένα απ’ αυτά είναι ο πατέρας της μητέρας μου και ο αγαπημένος μου παππούς, ο Νίκος Α.
Η προγιαγιά μου πέθανε τον Ιούνιο του 1993, έξι μήνες μετά τη γέννησή μου, αφού είχε προλάβει να με κρατήσει με λαχτάρα αγκαλιά το Πάσχα που περάσαμε μαζί.
Πέθανε στον ύπνο της, σε ηλικία 103 ετών!
ΚΑΤΕΡΙΝΑ Σ.