Showing posts with label ποίηση. Show all posts
Showing posts with label ποίηση. Show all posts

Monday, March 21, 2011

Κρατική Τηλε-ό(ρ)αση- Παγκόσμια ημέρα ποίησης


Πέρασα το απόγευμά μου με ένα γέρο ποιητή. Με υποδέχτηκε στο σπίτι του, ένα γέρικο ποιητικό σπίτι με έναν κήπο "του θανάτου". Μου έφτιαξε καφέ σε ένα ηλεκτρικό μπρίκι. Μίλησε για τις βιογραφίες που δεν είναι λογοτεχνία, για τη φιλοδοξία της δημιουργίας που δεν είναι δημιουργία, για τον Φλωμπέρ που είναι καλύτερος επιστολογράφος από λογοτέχνης. Μου διάβασε λίγες αράδες από διάφορα βιβλιαράκια και μου έδειξε ωραίες βιβλιοδεσίες χρωματιστές. Μετά βγήκαμε στον κήπο, ταΐσαμε κάτι αρρωστιάρικα γατιά. Μάλιστα ένα ετοιμοθάνατο το αφουγκραστήκαμε κιόλας μαζί. Παρακάτω μιλήσαμε για λουλούδια-χαρτάκια, λουλούδια-τζίνια, φάγαμε μερικές ρώγες σταφύλι. Είδαμε τάφους ζώων και νεκρών φυτών. Μετά χωθήκαμε στις αποθήκες, μύριζε μούχλα, αλλά ήταν ωραίο να ψάχνεις τις παλιατζούρες και να διαβάζεις χειρόγραφα φύλλα που τράβηξες τυχαία από ένα χαρτόκουτο. Μου είπε τα πιο σοβαρά σαν αστεία. Πως όλοι οι φίλοι του είναι νεκροί. Ο Μπονιουέλ, ο Φλωμπέρ. Τους μιλάει όμως όποτε θέλει αυτός. Μου είπε για το λεξικό του Ραγκαβή που το λατρεύει γιατί βρίσκει τις λέξεις πριν φτάσουν στο τελικό τους σχήμα. Ένα λεξικό...ρευστό.
Μετά πήρε μια καθαρή ταβανόβουρτσα και ξεσκόνισε το πορτραίτο του παππού του:
-Θα το ευχαριστιέται τώρα η ψυχούλα του; Α, μπα, δεν υπάρχει τίποτα. Μα αν υπήρχε θα το ευχαριστιόταν.

Ε. Χ. Γονατάς. Ποιητής.Νεκρός από το 2006. Συναντηθήκαμε πριν από λίγο στο Παρασκήνιο της ΕΤ1, με συνέργεια Εύας Στεφανή.
Θα ευχαριστήθηκε η ψυχούλα του;
Εδώ πάντως υπάρχει ακόμη η ποίηση που μου άφησε.

Sunday, March 21, 2010

Παγκόσμια ημέρα ποίησης: εν αρχή ην νεφέλη χρυσείη.



Τότε που ο Ποιητής έβαζε τους θεούς να ερωτεύονται, τυλίγοντάς τους τρυφερά μέσα στο χρυσό του σύννεφο, να μην τους δουν βλάσφημα μάτια,να μην τους φτάσει ο αχός του πολέμου, τότε είναι που άρχισαν όλα: Ο έρωτας, η ποίηση, ο χρόνος, ο κόσμος.
Ας πάμε ξανά εκεί στην Ίδη, μέρα που είναι, να ξαναπιάσουμε από την αρχή το παλιό τραγούδι:

«Υγιέ του Κρόνου τρομερότατε, τι λόγια αυτά που κρένεις;"
Αλήθεια θέλεις να πλαγιάσουμε, τον πόθο να χαρούμε
στης Ίδας τις κορφές, που φαίνουνται τρογύρα αλάργα ολούθε;
και τι θα γίνει αν ως κοιμόμαστε μας δει αναιώνιος κάποιος
θεός, και σ᾿ όλους τους αθάνατους να το προφτάσει τρέξει;
Όχι, δε γίνεται, απ᾿ την κλίνη σου να σηκωθώ και πίσω
έτσι να φτάσω στο παλάτι σου᾿ ντροπή μεγάλη θα 'ταν.
Μ᾿ αν είναι τόσος τώρα ο πόθος σου κι αν τόσο αλήθεια θέλεις,
έχεις θαρρώ δικιά σου κάμαρα, χτισμένη από το γιο σου
τον Ήφαιστο, που πόρτες στέριωσε γερές στους παραστάτες·
κει πέρα ας πάμε να πλαγιάσουμε, μια και ζητάς αγκάλη.»

Και τότε ο Δίας της αποκρίθηκεν ο νεφελοστοιβάχτης:
«Ήρα, κανείς θεός, μη σκιάζεσαι, μήτε θνητός δεν είναι
για να μας δει· με τέτοιο σύγνεφο χρυσό θα σε σκεπάσω,
που μήτε ο γήλιος διαπερνώντας το βαθιά ως εμάς να φτάσει,
με όσο κι αν έχει φως και δύναμη να διαπερνάει τα πάντα.»
Αυτά είπε ο Δίας, και τη γυναίκα του στην αγκαλιά του παίρνει,
κι η γης η θεία χορτάρι νιόβλαστο φυτρώνει κάτωθέ τους,
σαφράνια και τριφύλλια ολόδροσα και κρίνους και ζουμπούλια,
πυκνά, απαλά, που ανακρατούσαν τους, το χώμα μην αγγίξουν.
Κει μέσα τότε οι δυο τους έγειραν, σε σύγνεφο κρυμμένοι,
χρυσό, πανώριο, κι αργοστάλαζε στραφταλιστή η δροσιά του.
Έτσι γλυκά ψηλά στο Γάργαρο κοιμόταν ο Πατέρας,
σκλάβος στον ύπνο και στον έρωτα, στην αγκαλιά της Ήρας·

αἰνότατε Κρονίδη ποῖον τὸν μῦθον ἔειπες.
εἰ νῦν ἐν φιλότητι λιλαίεαι εὐνηθῆναι
Ἴδης ἐν κορυφῇσι, τὰ δὲ προπέφανται ἅπαντα·
πῶς κ᾽ ἔοι εἴ τις νῶϊ θεῶν αἰειγενετάων
εὕδοντ᾽ ἀθρήσειε, θεοῖσι δὲ πᾶσι μετελθὼν
335 πεφράδοι; οὐκ ἂν ἔγωγε τεὸν πρὸς δῶμα νεοίμην
ἐξ εὐνῆς ἀνστᾶσα, νεμεσσητὸν δέ κεν εἴη.
ἀλλ᾽ εἰ δή ῥ᾽ ἐθέλεις καί τοι φίλον ἔπλετο θυμῷ,
ἔστιν τοι θάλαμος, τόν τοι φίλος υἱὸς ἔτευξεν
Ἥφαιστος, πυκινὰς δὲ θύρας σταθμοῖσιν ἐπῆρσεν·
340 ἔνθ᾽ ἴομεν κείοντες, ἐπεί νύ τοι εὔαδεν εὐνή.
τὴν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς·
Ἥρη μήτε θεῶν τό γε δείδιθι μήτέ τιν᾽ ἀνδρῶν
ὄψεσθαι· τοῖόν τοι ἐγὼ νέφος ἀμφικαλύψω
χρύσεον· οὐδ᾽ ἂν νῶϊ διαδράκοι Ἠέλιός περ,
345 οὗ τε καὶ ὀξύτατον πέλεται φάος εἰσοράασθαι.
ἦ ῥα καὶ ἀγκὰς ἔμαρπτε Κρόνου παῖς ἣν παράκοιτιν·
τοῖσι δ᾽ ὑπὸ χθὼν δῖα φύεν νεοθηλέα ποίην,
λωτόν θ᾽ ἑρσήεντα ἰδὲ κρόκον ἠδ᾽ ὑάκινθον
πυκνὸν καὶ μαλακόν, ὃς ἀπὸ χθονὸς ὑψόσ᾽ ἔεργε.
350 τῷ ἔνι λεξάσθην, ἐπὶ δὲ νεφέλην ἕσσαντο
καλὴν χρυσείην· στιλπναὶ δ᾽ ἀπέπιπτον ἔερσαι.
ὣς ὃ μὲν ἀτρέμας εὗδε πατὴρ ἀνὰ Γαργάρῳ ἄκρῳ,
ὕπνῳ καὶ φιλότητι δαμείς, ἔχε δ᾽ ἀγκὰς ἄκοιτιν·

Saturday, November 21, 2009

Να μην το ξεχάσω


Σήμερα θέλω μόνο να σας θυμίσω αυτό: "Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει..."

Υπογραφή:

Wednesday, April 29, 2009

ΜΕΡΑ ΜΑΓΙΟΥ: Ο δικός μας Επιτάφιος


Κάποτε σ' αυτόν τον τόπο που τώρα ζει σκυφτός και γκρίζος, πέρασαν μέρες γεμάτες καθαρό φως, όρθιους ανθρώπους, μεγάλα όνειρα, πράξεις γενναίες και έργα σπουδαία.
Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν κάηκε νωρίς ό,τι μεγάλο διαθέταμε και τώρα θα καταδικαστούμε σε 100 χρόνια παγωνιά και σκοτάδι, μέχρι να ξαναδέσει ο σπόρος της μεγαλοσύνης. Άλλες φορές πάλι, ντρέπομαι να μιλάω γι' αυτά στα παιδιά. Ακούγομαι κάπως υπερβολική, βλέπω στα μάτια τους τη δυσπιστία. Μήπως είμαι κι εγώ μια παραμυθού που βάζω όλα τα βασιλόπουλα και τους γενναίους πολεμιστές στην παλιά χρυσή εποχή και τίποτα καλό στη δική μας; Άλλοτε πάλι προτιμώ να ξεχνώ όλα όσα γίνονται μέτρο για το μπόι μας, όλα όσα μας κάνουν να φαινόμαστε μικροί κι ασήμαντοι και προτιμώ να κονταίνω ό,τι πέσει στα χέρια μου, μπας και χωρέσει την αβάσταχτη μικρότητά μας.
Να, αυτό το τραγούδι, τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου. Πώς να αντέξεις το βάρος του; Βουλιάζεις κάθε φορά που σηκώνεις μια μεγάλη πέτρα του. Η ποιητική του δύναμη, η μουσική που του έβαλε ο Μίκης. Οι μεγάλοι μας που το τραγούδησαν, Μπιθικώτσης, Φαραντούρη. Η ιστορία που το γέννησε: Μάης του '36 στη Θεσσαλονίκη, λίγο πριν από τη Μεταξική δικτατορία. Έχει ξεσπάσει απεργιακή θύελλα και ο λαός είναι στους δρόμους. Ο Μεταξάς στέλνει και το στρατό εναντίον των διαδηλωτών, αλλά κι αυτός δεν υπακούει. Μόνο οι χωροφύλακες υπακούν και βαράνε στο ψαχνό αόπλους. 12 νεκροί, ανάμεσά τους κι ένα 25χρονο παλικάρι, ο Τάσος Τούσης. Ο Γιάννης Ρίτσος βλέπει τη μάνα του νέου να σπαράζει πάνω από το πτώμα του και γράφει το ποίημα την ίδια χρονιά. Η δικτατορία το απαγορεύει, καίει το βιβλίο, εξορίζει τον ποιητή.
Μα, τα ποιήματα δεν καίγονται, το καλύτερο που μπορεί να τους συμβεί, όταν μεγαλώσουν, είναι να γίνουν τραγούδια. Αυτό συμβαίνει και με τον Επιτάφιο. Γράφεται σε μια μέρα του 1960 στο Παρίσι από το Μίκη και γίνεται από τότε το τραγούδι μιας άλλης γενιάς, που κι αυτή έχει τα ίδια όνειρα με την προηγούμενη και πατάει στα ίδια χνάρια, για να τα φτάσει.
Και μετά;
Μετά, μια κακιά μάγισσα έδεσε με κατάρες και ξόρκια την άλλη γενιά, τη δική μας. Την έκανε να βλέπει μόνο χαμηλά, να σκέπτεται μόνο τα λεφτά, την καλοπέραση, το συμφέρον, το βόλεμα. Την έμαθε να ακούει μουσικές, για να ξεχνάει, ποιήματα που δεν τραγουδιούνται, ποιητές χαμηλόφωνους και μόνους. Της έδωσε πολλά παιχνίδια με κουμπιά, για να μη θυμάται πώς είναι οι ορίζοντες και τα ύψη, το πέταγμα και η απλωσιά. Της χάιδεψε κάθε υλική ανάγκη, κάθε αρχέγονο ένστικτο, για να είναι χορτάτη κι ευχαριστημένη και να μην ψάχνει παλιές ιστορίες και όνειρα.
Της είπε πολλά παραμύθια χωρίς γενναία παλικάρια και κακούς χωροφύλακες, χωρίς χαροκαμένες μάνες και στυγνούς δικτάτορες, για να φαίνονται όλοι ίδιοι κι όλα καλά στη θέση τους και δίκαια μοιρασμένα.
Και πια δεν μας έμεινε παρά μόνο μια κρυφή συγκίνηση, όταν ακούμε αυτό το τραγούδι...

Friday, March 27, 2009

Σεφέρης Θεοδωράκης Φαραντούρη: Ένα Τραγούδι.

Πόσα χρόνια το ψάχνω αυτό στο διαδίκτυο ούτε θυμάμαι. Από τον καιρό που αναζήτησα τραγούδι ίσως; Γιατί είναι από τα τραγούδια που "τραγουδώ" όταν κανείς δεν ακούει.
Φοιτητικά χρόνια, συναυλίες, το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, το Νεοελληνικό της Φιλοσοφικής. Το δέντρο που μεγάλωσα στον ίσκιο του και μου το έκοψαν. Το δέντρο που με σήκωνε ψηλά τα καλοκαίρια και τώρα χαμήλωσε. Ο ύπνος ενός μωρού με τα πράσινα φύλλα του να χαράζει τα όνειρά μου. Η αγρύπνια του έρωτα που δεν ζηλεύει τον ύπνο. Η έγνοια που αναπαύεται μόνο στον ήσυχο ίσκιο του.
(Αφιερωμένο σε αγαπημένο συνάδελφο, σεφερικό και ομογάλακτο της ποίησης.)

Thursday, February 19, 2009

Αγγέλα Αποστολοπούλου, μια βραδιά "στο κόκκινο"


Χθες βράδυ, ήμουν στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Ηλιούπολης, στην εκδήλωση- αφιέρωμα στην ποιήτρια Αγγέλα Αποστολοπούλου, τη δική μας λορελάη.
Ήταν πολύ όμορφη παρουσίαση. Ο ποιητικός λόγος, δεμένος με κίνηση και μουσική, ξεδίπλωσε όλη τη δύναμή του, απλώθηκε στη γεμάτη αίθουσα, χώρεσε στις ψυχές μας, μας ανέβασε λίγο πάνω από την γκρίζα μας πόλη, τη μίζερη εποχή.
"Την αλήθεια ανέβηκα
Μια λάμψη να πιάσω"

Ήταν ωραία τα σχόλια των ανθρώπων που αγάπησαν το έργο της ωραία και μετρημένα, χωρίς μεγαλοστομίες και λιβανωτούς. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς;
Όμοιος ομοίω...
Μα...
Η αφήγηση, η φωνή, η μουσική του ίδιου του κειμένου, ήταν το καλύτερο μέρος αυτής της γιορτής:

"Από τη σάρκα ανεβαίνω στο θάνατο
Όρθια πεθαίνω με την αγάπη στον κρόταφο"


Πάει καιρός που θέλω να καταθέσω εδώ σ' αυτό το μπλογκάκι- που μόνο για αναψυχή μου το άνοιξα, έτσι να γυρνάει η φτερωτή μου και να αλέθει ό,τι βρει, ό, τι πέσει στη ρότα μου- τη συγκίνησή μου όταν διάβασα τους πρώτους στίχους της Αγγέλας στο μπλογκ της και μετά στο βιβλίο της που μου δάνεισε ο θερσίτης. Και μόνο γι' αυτή την ανακάλυψη, δικαιώνονται και "ανεμόμυλοι" και "ανάσες" και "κόσμοι φιλολογίας". Είχα βρει, είχαμε βρει με τους άλλους δυο, γιώργο και θερσίτη, μια αληθινή ποιήτρια στο διαδίκτυο! Ναι, θα το πω, με πλήρη επίγνωση των συνεπειών του νόμου- είναι και δικηγόρος βλέπετε- τη σημαντικότερη ποιητική φωνή που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια. Πολύ ανώτερη από πολλούς νεότευκτους ποιητές που βραβεύονται, αναλύονται, εκδίδονται και ανθολογούνται στα σχολικά εγχειρίδια. Χθες βράδυ είδα πως και πολλοί άλλοι συμμερίζονται αυτή την άποψη. Όχι μόνο ο Παρασκευάς Καρασούλος και ο Νίκος Λεβογιάννης, αλλά κι όλοι αυτοί οι απλοί άνθρωποι που παρακολούθησαν την εκδήλωση με συγκίνηση και σιωπή. (Δεν θυμάμαι να έχω δει πουθενά τόσους καλούς ακροατές ποίησης μαζεμένους.)

Βγήκα στη νύχτα καθησυχασμένη, ήμερη. Δεν είναι λίγο να έχεις φιλίες με την ποίηση, στις μέρες μας. Άκουγα κιόλας το ρυθμό της στο βήμα μου:

"Άνθρωποι της πληγής
Σαββατογεννημένοι στο κόκκινο
Ρίχνουν τα μάτια τους ζαριά
Να κυλιστούν στο χάος

Από παιχνίδια έγιναν οι μέρες
Πεσσούς και σβούρες
Πάρτα όλα- βάλτα όλα
Ποτέ κανείς δεν κέρδισε
κι εσύ
Μήτε παιδί μήτε αιώνας"


Εγώ κέρδισα...εμείς...

Friday, February 6, 2009

Σιωπή...


Η Σιωπή

Εμπειρίκος Aνδρέας

Όσο και αν μένουν ανεκτέλεστα τα έργα, όσο και αν είναι πλήρης η σιγή (η σφύζουσα εν τούτοις) και το μηδέν αν διαγράφεται στρογγύλον, ως άφωνον στόμα ανοικτόν, πάντα, μα πάντα, η σιγή και τα ανεκτέλεστα όλα, θα περιέχουν έν μέγα μυστήριον γιομάτο, ένα μυστήριον υπερπλήρες, χωρίς κενά και δίχως απουσίαν, έν μέγα μυστήριον (ως το μυστήριον της ζωής εν τάφω) - το φανερόν, το τηλαυγές, το πλήρες μυστήριον της υπάρξεως της ζωής, Άλφα-Ωμέγα.


(από την Oκτάνα, Ίκαρος 1980)

Monday, January 19, 2009

Ένα ποίημα για ένα γάτο.


Να, που αυτός ο τυφλός ποιητής ξέρει πολλά και για γάτους:

Σ' ΕΝΑ ΓΑΤΟ

ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ

Είσαι πολύ πιο σιωπηλός απ' τους καθρέφτες
και πιο κρυφός από την πολυκύμαντη αυγή
είσαι κείνος ο πάνθηρας που μόνο από μακριά,
κάτω απ' το φεγγαρόφωτο, μας επιτρέπει να κοιτάζουμε η μοίρα.
Μάταια σε ψάχνουμε μες στους ανεξιχνίαστους
μηχανισμούς κάποιου θεϊκού νόμου
πιο απόμακρος κι από το δειλινό ή απ' το Γάγγη
εσύ κρατάς το μυστικό κλειδί της μοναξιάς.
Η ράχη σου αφήνεται στο ανάλαφρο
του χεριού μου το χάδι. Αιώνες τώρα
που πια έχουν γίνει λησμονιά, αφήνεις μόνο
στο χέρι το δισταχτικό να σ' αγαπά.
Ζεις σε αλλιώτικους καιρούς. Εξουσιάζεις
έναν κόσμο κατάκλειστο, όπως του ονείρου.

Friday, January 16, 2009

Σηκώνω το γάντι

Ήταν να μη ρίξει το γάντι ο vagnes. Μετά πήγα κι έπεσα πάνω σ' ένα ποίημα. Ήταν μετωπική. Τώρα αστεράκια, μπουμ μπαμ, κρασ κρουσ. Πώς να βγεις ακέραιος από τέτοια συνάντηση; Μα, λορελάη, υπάρχουν ποιήματα που μας την έχουν στημένη; Αυτό πόσα χρόνια με παραφύλαγε; Και τώρα που είμαι σαν ισοπεδωμένο καρτούν, τι γίνεται;

ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ

ΟΡΙΑ

Υπάρχει κάποιος στίχος του Βερλέν που δεν θα ξαναθυμηθώ.
Υπάρχει κάποιος δρόμος εδώ κοντά που είναι κιόλας απαγορευμένος για τα βήματά μου,
υπάρχει ένας καθρέφτης που κοιτάχτηκα για τελευταία φορά,
υπάρχει κάποια πόρτα που έχω κλείσει ως τη συντέλεια του κόσμου.
Ανάμεσα στα βιβλία της βιβλιοθήκης μου (τα βλέπω εδώ μπροστά μου)
υπάρχει κάποιο που δεν θα ξανανοίξω πια.
Τούτο το καλοκαίρι κλείνω τα πενήντα.
Ο θάνατος ασταμάτητα με ροκανίζει.

Tuesday, December 2, 2008

Εδώ οι καλές ενέσεις!

Χρειάζομαι επειγόντως ποιητική βοήθεια. Η ολοένα και καλπάζουσα επέλαση του ομιχλώδους με συνέχει. Συνεδριάσεις, συναστρίες, συγκυρίες δυσοίωνες. Ανοίγω το κουτί πρώτων βοηθειών. Κερνάω:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ



Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.
Δοσολογία: Μία ακρόαση κάθε πρωί και δύο αναγνώσεις προ του ύπνου.

Thursday, September 25, 2008

Γ. Μπλάνα: Ποίηση

Με τη μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα που παρέθεσα χθες- για μένα, η πιο σωστή για το συγκεκριμένο ποίημα, και το "τήνελλα", που το έχουν κάνει ολυμπιακό σύνθημα, ενώ είναι απλώς ένα χαριτωμένο τριαλαρί (τήνελλα=γκλινγκ γκλονγκ, ο ήχος του μουσικού οργάνου)- αποκάλυψα την προτίμησή μου σε έναν ποιητή τόσο σύγχρονο και τόσο δικό μου, που είναι σαν... να γράφουμε μαζί.
Να, γιατί:
Κάποτε, κάπου, όμως: σε χρόνο καίριο,
σάμπως τα λόγια να ’χουν τον καιρό τους·
κι ένας, που νομιζότανε πουλί στις φυλλωσιές,
κι άλλος, που συχνογύριζε ’λάφι στις ερημιές,
ακούνε τη φωνή τους.
Μα εγώ μονάχα που άκουγα
ό,τι από τις σκέψεις μου έφερν’ η ακοή τους.
*
Κάποτε θα ’φευγες, και θα ’μουν
εγώ που θα σου το ζητούσα.
Ξέρεις, καθένας έμαθε
κάποτε, κάπου, μια φορά,
ένα μονάχα τρόπο να ’ναι ·
τ’ άλλα κουβέντες άχρηστες,
μια θλιβερή περιφορά
σε δειλινά που αρνήθηκαν
κάποτε, κάπου, μια φορά,
να μας συντρίψουν.
(Κι όμως, καθένας έμαθε
να νοσταλγεί τη συντριβή του.)
Κάποτε θα ’φευγες · πως ήταν
κάποια στιγμή που φάνηκε να σμίγουν
δρόμοι σαφώς ασύμβατοι, δεν έχει σημασία:
νύχτα, κι η νύχτα, μια φορά
τουλάχιστον, θα κάμψει την κάθε διαφορά.
Όσο για μας: αυτό που φεύγει και μακραίνει
διαφέρει κατά συντριβή
απ’ ό,τι φεύγεται και μένει.
*
Να ’ξερες μόνο τι σου λέω!
Μια στιγμή πριν μ’ αφανίσει
κείνο το πολυπόθητο σκοτάδι που δερόταν
στην αγκαλιά της, πέρασε μπροστά μου
το φάσμα του προσώπου σου, να εκλιπαρεί το θάνατο μου.
Κι ω, θαύμα! Αντί να ταραχτούν
τα μέλη μου, γυρεύοντας τον τρόμο να ξεφύγουν,
κάτι μέσα μου πήδησε ψηλά, ώστε να δω
το σώμα μου να χάνεται σ’ ένα βυθό αβάσταχτα δικό σου».
Έτσι σκεπτόμουνα, ώρα πολλή, κρατώντας
τα χέρια της ακίνητα μες στα δικά μου,
μη καμιά κίνηση παρα-
μικρή των πολυστέναχτων δακτύλων της με πλήξει
σαν να ’ταν πια η ψυχή μου κάτι ολότελα προσωπικό,
κι η επίμονη σιωπή μου λόγια
που μαρτυρούσαν ένα πάθος
πάντα ειπωμένο απλά και πάντα γλυκύτατα βουβό.

Δ. Παράφορο! [Δελφίνι, 1997]


Αφιερωμένο σε όσους αναγνωρίζουν τις συγγένειες αίματος.

Sunday, September 21, 2008

Εν αναμονή


Καθώς περιμένουμε την κάθοδο των βορείων, εμείς εδώ οι "μαραγκιασμένες ψυχές" του νότου, σας στέλνουμε ένα μικρό ρεγάλο, έτσι για να σας γλυκάνουμε λίγο...
Καλή αντάμωση, φίλοι...

Πρόλογος
Σαραντάρης Γιώργος



Kόβεται η δική μας αναπνοή,
χάνεται ο χρόνος, παιδιά·
σε φωνή μοιάζει
που ζύγωσε
μας προσπέρασε
μα δεν ακούστηκε,
κι ένας από μας, ο πιο καλός,
ελπίζει ακόμα
αλλά ντρέπεται να το πει...

Friday, June 27, 2008

There is more to the picture...


Ένα τραγουδάκι για τους απόφοιτους μας, τους φετινούς που θα μας λείψουν πολύ, αλλά θα μας έρχονται συνέχεια, λέει, και τους προ προ προπέρσινους που πήγαν πολύ καλά φέτος στις πανελλήνιες.
Καλό καλοκαίρι...και για να μη ξεχνιόμαστε, Αθανασία, ρίξε μια μετάφραση σ' αυτά τα στιχάκια:

My my, hey hey
Rock and roll is here to stay
It's better to burn out
Than to fade away
My my, hey hey.

Out of the blue and into the black
They give you this, but you pay for that
And once you're gone, you can never come back
When you're out of the blue and into the black.

The king is gone but he's not forgotten
This is the story of a johnny rotten
It's better to burn out than it is to rust
The king is gone but he's not forgotten.

Hey hey, my my
Rock and roll can never die
There's more to the picture
Than meets the eye.
Hey hey, my my.

Friday, June 20, 2008

Η πιο όμορφη θάλασσα

Ένα από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια, μια από τις πιο ωραίες "συναντήσεις" ποίησης, μουσικής, λαών.
Να το λέτε κάθε φορά μέσα σας σαν προσευχή, όταν μπαίνετε σε μια καινούρια θάλασσα...

Wednesday, April 30, 2008

Στην Αλαμανιά, το απόγευμα προχθές...


Της Ακριβής Pέμβης



Aπό μια θύμηση περάστηκε ο ύπνος
Aπό την άνοιξη βγήκαμε στο καλοκαίρι,
Ήρωες της ακριβής ρέμβης,
Kαι δεν απόρησε ο νους μας
Δε σπάσαμε κέφι και καρδιές
Όπως μυθέσκετο η ψυχή μας·
Tεντωμένοι καθ' όλη μας την ύπαρξη
Aκούσαμε να πέφτει η ανατριχίλα
Tου χρόνου,
Δεν είδαμε παρά την Πλάση μοναχή
Nα βόσκει την όμορφη γοητεία της
Στην άπλα που της δώρησε ο Θεός
Ξεφάντωμα εξαίσιο



Σαραντάρης Γιώργος


(από το Σαν Πνοή του Aέρα, Eρμής 1999

Wednesday, February 20, 2008

Ο ποιητής μου



Γιατί ποίηση είναι η χαρά της ζωής, το παιχνίδι, το γέλιο, ο έρωτας...
Και γιατί αυτός ήξερε να παίζει υπέροχα...





Το Πλεονέκτημα μιας Κόρης είναι η Χαρά του Ανδρός της Εμπειρίκος Aνδρέας

Πριν πέσει η άγκυρα της ακταιωρού στην θάλασσα
Kαι σύρουν την επιτελίδα της τάλογα των Kαρχηδονίων
Tα δροσερά φανάρια των ακρωτηρίων
Δέχονται τον αφρό και τις φωνές των γλάρων
Δέχονται τα δώρα που προσφέρουνε στους μελλονύμφους
Tώρα που η σάλπιγξ αντηχεί και σκάνε τα σαλπίσμα-
τα σαν ρόδια
Γιατί το σκότος διερράγη
Kαι το ξημέρωμα στο κέντρον του νησιού
Θυμίζει τους ανέμους που σηκώνουν
Tους πέπλους μιας νύφης σε χώρα τροπική
Aπαλά σαν κουνουπιέρες θερινού καταυλισμού
Aπαλά σαν χείλη που υποθρώσκουν επί λευκής σαρκός
Aπαλά σαν δάχτυλα που εμβαπτίζονται σε γάλα
Tέλος λύνει την κόμη της η νύφη
K' οι λεμονιές μεθούν τ' αηδόνια
Tα έντομα μαζεύουν τα πτερά τους
Tα καταρρίπτει επί του χώματος η ζέστη
H δόνησις των εκρήξεων ογκώδους ηφαιστείου
Διέρχεται δια των χειλέων της διώρυγος
Παρά τας ιαχάς δύο βουκόλων
Tώρα που παραμερίζονται τα κράσπεδα των βουνών από
την λάβα
Eνώ η εγκαρτέρησις του ενός και η ανυπομονησία του
άλλου
Πλαγιοδρομούν μπροστά στο σήκωμα της κεφαλής μιας
άρκτου.


(από την Eνδοχώρα, Άγρα 1980)

Friday, January 25, 2008

Μια θάλασσα που παίρνω μαζί μου...


Η θάλασσα κρυφομιλά και πλέχει
Καμιά φορά σηκώνεται κι ουρλιάζει
Μα πάντοτε τα ύδατά της παραμένουν
Θάλασσα της θαλάσσης.

Α ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

Tuesday, January 22, 2008

Ο καθείς και τα όπλα του


Ας μιλήσουμε λοιπόν για ποιήματα, τώρα που τα λόγια και οι πράξεις αποφόρτισαν αρκετή από τη συσσωρευμένη ένταση της χθεσινής μέρας.
Θα σας πω για μια παράξενη σχέση με ένα ποίημα.
Σχεδόν μεταφυσική.
(Δεν είμαι αλαφροΐσκιωτη, μια χαρά γυριστρούλα είμαι.)
Την ανακάλυψα τυχαία πριν από χρόνια, όταν πήγα να το διαβάσω.
Δεν έβγαιναν οι λέξεις. Τα χρειάστηκα. Με δυσκολία συγκράτησα τα δάκρυά μου. Κι άντε να με πάρουν είδηση κάτι θηρία που είχα τότε στη Β΄λυκείου, ακόμα θα γέλαγαν.
(Ούτε ευσυγκίνητη είμαι, ούτε αυτό το ποίημα ήταν το πρώτο ή το τελευταίο που μου άρεσε)
Άλλη μια φορά πήγα να το διαβάσω, μετά από καιρό. Πάλι τα ίδια. Δεν το ξαναεπιχείρησα, το ανέθετα στους μαθητές.
Αναρωτήθηκα συχνά για την παράξενη αυτή επίδραση που μου ασκεί. Μαζί σας θα επιχειρήσω μια ανάγνωση, μα πρώτα η παρουσίαση:
Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ:ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ

Γ΄Σχεδίασμα
XII

Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
γύρου στη φλόγα π' άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
μ' αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
και γγιζ' η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα.
Γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.


Είναι η σκηνή που πριν από την Έξοδο του Μεσολογγίου, οι γυναίκες καίνε τα κρεβάτια τους και τα κειμήλιά τους, για να μην τα βεβηλώσουν οι εχθροί, που θα μπουν σε λίγο στην πόλη.
Σε λίγο οι περισσότερες απ' αυτές τις "αντρογυναίκες" θα βγουν με άρματα και ανδρικές φορεσιές πολεμώντας στο πλευρό των ανδρών.

Ποια είναι αυτή η δύναμη που μεταμορφώνει μια ηρωική στιγμή, μια στιγμή στο χρόνο της ανθρώπινης ιστορίας σε υψηλής αισθητικής συγκίνησης ποιητικό γεγονός;
Πώς γίνεται με λίγες φτωχές λέξεις να αναπλάθεις το χρόνο, τα πρόσωπα, τη σιωπή, την ακινησία, το τριζοβόλημα της φλόγας. Να βλέπεις τα χέρια να γεμίζουν στάκτη.
Μπορεί στην ίδια σκηνή να χωρέσουν οι αντρογυναίκες, οι αστέναχτες, αυτά τα "ξαφνιάσματα της φύσης" και μαζί να μπει κι η θλίψη τους για τα "σεμνά κρεβάτια" και τις χαρές μιας ειρηνικής ζωής;
Δίπλα στο μεγαλείο και τον ηρωισμό να έχει θέση η φτώχεια και η ανημπόρια του πολέμου, δίπλα στα λιωμένα ρούχα και στη θλίψη για ό, τι χάνουν, η βιασύνη να τελειώσουν, να πάρουν ό,τι απόμεινε, να προχωρήσουν.
Θυμάμαι τι έλεγα στη λορελάη. Τα αγαπημένα ποιήματα δικαιούμαστε να τα κάνουμε βίδες, να τα ξανακολλήσουμε λάθος, είναι δικά μας, είναι τα παιχνίδια μας, που μας απόμειναν όταν μας ανάγκασαν να μεγαλώνουμε ανελέητα.
Μα όσες φορές και να ξεβιδώσω αυτό το ποίημα (κι άλλα πολλά) δεν μπορώ να βρω το μυστικό της μαγείας του. Πάντα είναι σαν την πρώτη φορά...

Thursday, January 10, 2008

Μια συνάντηση, πολλές συναντήσεις.

Μερικές φορές οι συνειρμοί δεν κάνουν καλό μόνο στην ποίηση.
Κάνουν καλό και στους επιλήσμονες. Σ' αυτούς που έχουν την τάση να ξεχνάνε ακόμα και τα πιο όμορφα πράγματα που έχουν ζήσει.
Είδα την ανάρτηση της λορελάη για τον ζωγράφο Ρόρρη και τη μελέτη του γυμνού ανθρώπου, ακούγοντας συγχρόνως ένα τραγούδι του Στινγκ που δεν κατάφερα να σας το φέρω εδώ. Πώς μπορεί να συνδέονται αυτά; Γιατί κάτι μου ξύπνησαν πολύ όμορφο, πολύ μακρινό;
Μια ταινία μου θύμισαν, μια από τις ωραιότερες που έχω δει στη ζωή μου και που δεν την ανέφερα ούτε στο προφίλ μου. Το Il Postino. Η συνάντηση του ποιητή με τον απλό άνθρωπο και η υπέροχη μετάγγιση από τον έναν στον άλλον ποίησης και ομορφιάς. Ο Νερούντα στην εξορία και ο ταπεινός ταχυδρόμος του να μαθαίνει για πρώτη φορά στη ζωή του τι είναι μεταφορά.
Ο Στινγκ τραγούδησε ένα τραγούδι και απήγγειλε ένα από τα σονέτα του Νερούντα σε αγγλική μετάφραση.
Τη βρήκα και σας την προσφέρω μαζί με την αντίστοιχη ελληνική.
Στα δύο βιντεάκια ο Στινγκ και ο Ταχυδρόμος στο ίδιο ποίημα.
Αν μπορούσα να σας φέρω και το τραγούδι, θα ήταν μια τέλεια συνάντηση, δημιουργών, εποχών, ποίησης, μουσικής, κινηματογράφου.
Κι όλα αυτά από μια έκθεση ζωγραφικής.


http://www.youtube.com/watch?v=_kIsZRZUQ-8&feature=related

http://www.youtube.com/watch?v=xI4aMYanWPY
PABLO NERUDA
Love Sonnet XXVII – Morning

Naked you are simple as one of your hands,
smooth, earthly, small, transparent, round,
your moon-lines, apple-pathways,
naked you are slender as a naked grain of wheat.

Naked you are blue as a night in Cuba,
you have vines and stars in your hair,
naked you are spacious and yellow,
summer in a golden church.

Naked you are tiny as one of your nails,
curved, subtle, rosy, till the day is born,
and you withdraw to the underground world

as if down a long tunnel of clothing and of chores:
your clear light dims, gets dressed,
drops its leaves and becomes a naked hand again.


ΣΟΝΕΤΤΟ 27 [ΓΥΜΝΗ ΕΙΣΑΙ ΤΟΣΟ ΑΠΛΗ…]

Γυμνή είσαι τόσο απλή σαν τό ’να από τα χέρια σου –
λεία, χθόνια, κυκλική, ελάχιστη και διάφανη·
γραμμές σελήνης έχεις, μονοπάτια μήλινα:
γυμνή είσαι αδυνατούλα σαν το στάρι το γυμνό.

Γυμνή είσαι γαλανή, όμοια με τη νύχτα στην Κούβα –
περιπλοκάδες κι άστρα στεφανώνουν τα μαλλιά σου·
γυμνή είσαι απέραντη, θεόρατη και κίτρινη
σαν καλοκαίρι δίπλα σ’ εκκλησιά χρυσαφωμένη.

Γυμνή είσαι τοσηδά, σαν το μικρό νυχάκι σου·
καμπύλη, ρόδινη, απαλή σαν πώς γεννιέται η μέρα,
σαν πας και χώνεσαι στα καταχθόνια του ντουνιά

λες κι είναι σήραγγα μακριά, όλο δώματα αόμματα:
η διαύγειά σου ντύνεται, φυλλορροεί και σβήνει
και, πάλι, πιο μετά, δικό σου χέρι γίνεται.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Sunday, December 30, 2007

Ένας...προβοκατόρικος στίχος

Ως αφορμή για σκέψεις και αντιπαραθέσεις, καθώς ο γέρο χρόνος ψυχομαχάει, ο στίχος της Κικής Δημουλά:
H μοναξιά φοβάται μόνο τον άνθρωπο δίπλα σου.

Με τον Μάνο Λοΐζο, το 1979

  Στον Άη Γιώργη στου Φαράλη, είδα το Μάνο Λοΐζο, τον Απρίλιο του 1979. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και είχε έρθει με την παρέα του Γιώργου του Δ...