Showing posts with label Σύμη. Show all posts
Showing posts with label Σύμη. Show all posts

Friday, May 21, 2010

Ακούγοντας ένα τραγούδι της Σύμης



Μια στροφή του καραβιού κι έχεις όλη τη θέα του λιμανιού ξαφνικά μπροστά σου. Δεν προλαβαίνεις παρά μόνο ένα α! Κυκλώνεσαι από την ομορφιά, και αυτή η αιχμαλωσία δε λύνεται ποτέ, όσο μακριά και να πας, όσα χρόνια και να περάσουν.



Μια παλιά κασέτα με βιολιά, που προχθές έγινε cd, ήταν αυτή τη φορά το εισιτήριο επιστροφής:
"Παερμιωτάκι μου χρουσό βάλε τους μαμουτζάδες
και πάνε και χαιρέτα μου ούλους τους βουτηστάδες
καλό παερμιωτάκι μου βλέπε με να βουτήσω
σαράντα ‘ργιες στη θάλασσα και να σε λουτουργήσω"
Παερμιωτάκι, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ο Πανορμίτης, ο άγγελος φύλακας του νησιού της Σύμης. Δεν ξέρω αν μπορείς να βρεις κάπου αλλού τέτοιο τρυφερό υποκοριστικό για τον ψυχοπομπό- χάρο που εδώ γίνεται το συντροφάκι των σφουγγαράδων και τους "βλέπει" να βουτάνε στα σκοτεινά βάθη της θάλασσας, της ίδιας εκείνης θάλασσας που βούταγε κι ο Νηρέας ο όμορφος,ο ομηρικός.


Περπάταγα στους δρόμους πρωί πρωί, αφήνοντας βαλίτσες μισάνοιχτες σ’ ένα μικρό σπίτι με ένα δωμάτιο και 2 σοφίτες. (Το πιο μικρό και το πιο αγαπημένο σπίτι που είχα ποτέ. )Περπάταγα και διαλυόμουν μέσα στην ομορφιά του τοπίου, της θάλασσας, του οικισμού. Μια αρχιτεκτονική, αστική και παραδοσιακή συγχρόνως, ανοιχτόκαρδη, φωτεινή, πολύχρωμη. Σκαλιά ατελείωτα, πέτρινα καλντερίμια, βοτσαλωτές αυλές κι από παντού να πετιούνται παιδιά ξυπόλητα, αληθινά αγριμάκια ελεύθερα. Πώς θα είναι αυτά τα παιδιά μέσα στην τάξη άραγε;

Στο σχολείο στην αρχή τα δαιμόνια συμιακάκια μιλάγανε με όλους τους ιδιωματισμούς της τραγουδιστής τους ντοπιολαλιάς, για να μην καταλαβαίνουμε λέξη εμείς οι δάσκαλοι και να σπάνε πλάκα με το απελπισμένο ύφος μας.
«Καλέ κυρία, τιν που κάμνεις;» « Πού κάισαι;» «Μη με βρίτζεις, δάσκαλε, ένι φταίω!» «Μωωωωρή, κοράκι!» Μέχρι να καταλάβω ότι το κοράκι είναι το κορίτσι, βρίτζω σημαίνει μαλώνω και το μωωωωρή δεν είναι βρισιά, περάσανε λίγες... δύσκολες μέρες. Μετά που ξεσκόλισα στα συμιακά, απολάμβανα αυτή τη γλώσσα και ανακάλυπτα μέσα της πανάρχαιους ξεχασμένους ήχους, όπως την προφορά του θ ως th, που καταργήθηκε από την ελληνιστική εποχή περίπου και επιβίωσε στην πετhεριά, τη συμιακή πεθερά, που την ακούω τώρα δα στο τραγούδι με τα παινέματα του γάμου.

Πώς τα κατάφερα να "φύγω" αλήθεια από αυτό το μέρος; Σχεδόν με μαχαίρι έκοψα το γερό σχοινί που μας έδενε. Νόμιζα... Τίποτε δεν ξέχασα, τίποτε δεν ξεπέρασα. Το ακούω τώρα δα με το τραγούδι:
"Εσύ ΄σαι το καράβι κι εγώ η βάρκα σου
ρίξε μου παλαμάρι να 'ρθω στην μπάντα σου"

Εξόριστη στον τόπο μου, εξόριστη στη μεγάλη πόλη δέκα χρόνια τώρα, δεμένη κρυφά και δυνατά με το νησί που μου χάρισε τρία από τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου και που δεν είναι τυχαίο που το νοσταλγώ τώρα που πάνε και σκοτεινιάζουν οι καιροί και οι άνθρωποι.

Του παερμιώτη τάσσου του πολύ κερί και λάδι τάσσω και γω τη νιότη μου που δεν την τάζουν άλλοι

Κάποτε θα το ξεπληρώσουμε το τάμα, Παερμιώτη, βλέπε μας εσύ τώρα να βουτάμε σαράντα οργιές στα βαθιά.

Με τον Μάνο Λοΐζο, το 1979

  Στον Άη Γιώργη στου Φαράλη, είδα το Μάνο Λοΐζο, τον Απρίλιο του 1979. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και είχε έρθει με την παρέα του Γιώργου του Δ...