Showing posts with label κυνηγόσκυλο. Show all posts
Showing posts with label κυνηγόσκυλο. Show all posts

Sunday, March 13, 2011

Ο καημός ενός κυνηγόσκυλου


Όπως σας είχα πει και παλιότερα, με λένε Μπράντο και είμαι κυνηγόσκυλο. Ζω σε ένα κτήμα που το σκάβει συνέχεια το αφεντικό μου, αλλά δε θάβει τίποτα της προκοπής. Τώρα τελευταία έσκαψε και έθαψε το γέρο-Τζο, το φίλο μου, που ξάπλωσε να κοιμηθεί και δεν ξαναξύπνησε. Ελπίζω να μην τον ξεθάψουν και τον φάνε, όπως κάνω με τα κόκκαλα που μου δίνουν. Ήταν το καλύτερο φιλαράκι ο Τζο, αλλά δεν ήταν σαν κι εμένα, δεν ήταν σκύλος. Στους σκύλους όταν δίνεις φαΐ ή το βρίσκουν μόνοι τους, δεν το δίνουν σε κανένα, πόσο μάλλον σε κάτι μυξιάρικα γατιά της θηλυκιάς του αφεντικού μου, που άφηνε ο Τζο να του παίρνουν την μπουκιά από το στόμα. Εγώ κάνω πως τα αφήνω και μόλις πλησιάσουν, ορμάω να τα κάνω αυτά μια μπουκιά. Ο Τζο, λοιπόν, όχι μόνο μοιράζοταν το φαΐ του μ' αυτά, αλλά, όταν έκλεβε κανένα κομμάτι από το σφαχτό του γείτονα, το έφερνε μέχρι το σπίτι που είμαι δεμένος και το τρώγαμε μαζί. Τα αφεντικά, όταν το είδαν αυτό, χάρηκαν πολύ και θαύμαζαν το Τζο. Κάτι μου λέει ότι αυτό ούτε οι άνθρωποι δεν το συνηθίζουν. Το ζήτημα τώρα όμως είναι πως ο Τζο ήταν το σκυλί της θηλυκιάς του αφεντικού και όσο τον είχε, με άφηνε εμένα στην ησυχία μου.
Όταν την είδα λοιπόν τις προάλλες να έρχεται στο σπίτι μου έτοιμη να με βγάλει βόλτα, κοίταξα το αφεντικό μου περιμένοντας να της πει άσε κάτω το σκυλί μου, δεν κάνει για σένα, μα αυτός μιλιά δεν έβγαλε. Αντίθετα με αγρίεψε που έπεφτα απάνω της με όλη μου τη δύναμη, για να τη ρίξω κάτω να φοβηθεί και να πάει στα γατιά της.
Και βρέθηκα εγώ κοτζάμ κυνηγόσκυλο, να συνοδεύω την κυρία στη βόλτα σαν σαλονίσιο κοπρόσκυλο. Τι κατάντια! Κι όλα αυτά επειδή τα αφεντικά δεν ξέρουν να κάνουν κουμάντο στις θηλυκιές τους. Και να 'ταν μόνο αυτό! Η κυρία στη βόλτα αυτή προσπάθησε να με κάνει σαν το γέρο-Τζο! Με πήγαινε δεμένο στα γατιά της, στις κότες και τις χήνες και μόλις πήγαινα να ορμήσω, με τράβαγε πίσω και με αγρίευε. Τι ρεζιλίκι πέρασα ο μαύρος να μου κάνουν πιρουέτες τα γατιά με τις φουντωτές ουρίτσες μπροστά στη μύτη μου και να μη μπορώ να τους δώσω ένα καλό γιουρούσι. Τι να κάνω όμως, προσποιήθηκα πως έμαθα να είμαι Τζο και απλώς κοίταζα το κυνήγι περίλυπος. Τότε με έλυσε και με άφησε να τρέξω, όσο αυτή μάζευε ανεμώνες. Σε μια στιγμή που δεν με κοίταζε, όρμησα πίσω από ένα χοντρό γατί κι αυτό το φοβιτσιάρικο σκαρφάλωσε σε μια κολώνα και χάλασε τον κόσμο στα νιαουρίσματα. Τι ήταν να το δει η κυρία; Έβαλε κι αυτή κάτι φωνές σαν αγριόγατα και έφερε άρον άρον το αφεντικό να με αρπάξει και να με δέσει στο σπίτι μου.

Αφεντικό, κάνε κάτι, γιατί μια μέρα θα γυρίσεις σπίτι και θα με βρεις στον καναπέ σαν λουλού με φιογκάκι. Πες στην κυρά σου ότι δεν μπορεί πάντα να αντικαθιστά ό,τι της λείπει με κάτι άλλο κι ας βάλει μια πλάκα εκεί που έθαψε το γέρο-Τζο να γράφει: Αναντικατάστατος.

Wednesday, April 22, 2009

Η οδύσσεια ενός κυνηγόσκυλου














Με λένε Μπράντο και είμαι κυνηγόσκυλο. Το μόνο όμως αξιόλογο να κυνηγήσεις εκεί που μένω είναι κάτι γάτες, που μόλις πας να τις μυρίσεις, τα αφεντικά σού βάζουν κάτι φωνές, λες και τους πήρες το φαΐ από το στόμα. Έχουν και κάτι κότες κλεισμένες με σύρματα, μόνο να τις μυρίζεις μπορείς και να σου τρέχουν τα σάλια. Ούτε την ωραία σκύλα του γείτονα δεν με αφήνουν να μυρίσω, τι φοβούνται, αφού δεν σκοπεύω να τη φάω αυτή. Ευτυχώς, λύνεται κάθε τρεις και λίγο και, μέχρι να την πάρουν είδηση και να αρχίσουν τα: "Ήρα, Ήρα, πού στο διάολο πήγες πάλι;", έχουμε προλάβει να χαρούμε τον έρωτά μας.
Εκτός από την Ήρα τη δική μου, έχει κι ο αφεντικός μου μια θηλυκιά, που, όταν έρχεται, είμαι πολύ χαρούμενος, γιατί μου δίνει πολύ και νόστιμο φαΐ, που μάλλον δεν το τρώει το αφεντικό μου. Αυτή έχει το χούι να παίρνει τους δρόμους και μαζί θέλει και το αφεντικό μου και μένα. Καλό θα ήταν όμως να της πει να μη ξεφωνίζει κάθε φορά που κάτι νόστιμο βρίσκεται στο δρόμο μου, μια προβατίνα, ένα ρίφι, μια αγριόπαπια στη λιμνούλα. Μα, τι τις θέλουμε τις θηλυκές στο κυνήγι, αφεντικό;
Αυτή τη φορά είχε άλλη ιδέα, τρομάρα της. Να με πάνε βόλτα με το αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο είναι ένα σκυλόσπιτο με ρόδες και αντί να τρέχεις εσύ γύρω από αυτό, τρέχει αυτό με σένα μέσα και σου κόβει τη χολή. Είπα κι εγώ, ας κάνω υπομονή, αυτή τη φορά μπορεί να με πάνε για κυνήγι.
Φτάσαμε σε ένα μέρος που δεν είχε σπίτια και ανθρώπους, αλλά εγώ είδα αμέσως το κυνήγι! Ήταν ένα κελί με πολλά παχιά πρόβατα και άρχισα να κλαίω από τη χαρά μου, μόλις τα είδα. Δε βαριέσαι όμως, αυτοί ασυγκίνητοι, όχι μόνο δεν με πήγαν προς τα κει, αλλά άρχισαν να κατηφορίζουν ένα γκρεμό, για να φτάσουν σε ένα μέρος με πολύ νερό και καθόλου πρόβατα, ούτε καν πάπιες!
Μόλις κατέβηκα σ' αυτό το χώμα που βούλιαζε, στην αρχή φοβήθηκα και κούρνιασα δίπλα στην αφεντικίνα μου, που κοίταζε το νερό, λες και περίμενε να βγει το κυνήγι από κει. Μετά είπα να ψάξω γύρω γύρω, μπας και βρω κάτι καλό. Τίποτα, πέτρες, χώμα που βουλιάζει, νερό και πάλι νερό. Δίψασα και είπα να δροσιστώ ο μαύρος. Χου φτού! Λύσσα νερό, θα με δηλητηριάσουν αυτοί, αν δεν με ψοφήσουν απ' την πείνα. Σε κάποια στιγμή, λίγο πιο ψηλά, μύρισα έναν άνθρωπο και είπα να πάω εκεί μπας και έχει κάτι για φάγωμα, αλλά πάλι δεν με άφησαν.
Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο αφεντικός μου πήγε στην άκρη του νερού και με φώναζε να πάω κοντά του. Μα, δεν έχει τίποτα εκεί, τι θέλει να μου δείξει; Μόλις πλησίασα, κατάλαβα ότι είχε τρελαθεί. Ήθελε να με ρίξει μέσα στο νερό! Σίγουρα ιδέα αυτηνής θα ήταν, που έχει μανία με τα νερά και τα πλυσίματα! Αντιστάθηκα, αλλά με άρπαξε και....πλατς, βρέθηκα από κυνηγόσκυλο να κάνω την πάπια! Τι κατάντια! Βγήκα, τινάχθηκα επίτηδες πάνω τους και τότε άκουσα αυτή την τρελή να λέει: "Αχ, ζηλεύω τώρα. Να είχα το μαγιό μου, θα έπεφτα!" Δεν τη ρίχνεις, αφεντικό, να δει τη γλύκα;
Γυρνώντας στο σπίτι, για να εξιλεωθεί, μου έδωσε ένα παράξενο αυγό που δεν είχα ξαναδεί, κατακόκκινο και πολύ νόστιμο.
Τι λέτε, μετά από τόση ταλαιπωρία, αρκεί ένας μεζές, για να τη συγχωρέσω; Μόνο αν μου φέρει το ένα από τα τρία παχιά γατιά της, θα το σκεφτώ!

Με τον Μάνο Λοΐζο, το 1979

  Στον Άη Γιώργη στου Φαράλη, είδα το Μάνο Λοΐζο, τον Απρίλιο του 1979. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και είχε έρθει με την παρέα του Γιώργου του Δ...