
Όπως σας είχα πει και
παλιότερα, με λένε Μπράντο και είμαι κυνηγόσκυλο. Ζω σε ένα κτήμα που το σκάβει συνέχεια το αφεντικό μου, αλλά δε θάβει τίποτα της προκοπής. Τώρα τελευταία έσκαψε και έθαψε το γέρο-Τζο, το φίλο μου, που ξάπλωσε να κοιμηθεί και δεν ξαναξύπνησε. Ελπίζω να μην τον ξεθάψουν και τον φάνε, όπως κάνω με τα κόκκαλα που μου δίνουν. Ήταν το καλύτερο φιλαράκι ο Τζο, αλλά δεν ήταν σαν κι εμένα, δεν ήταν σκύλος. Στους σκύλους όταν δίνεις φαΐ ή το βρίσκουν μόνοι τους, δεν το δίνουν σε κανένα, πόσο μάλλον σε κάτι μυξιάρικα γατιά της θηλυκιάς του αφεντικού μου, που άφηνε ο Τζο να του παίρνουν την μπουκιά από το στόμα. Εγώ κάνω πως τα αφήνω και μόλις πλησιάσουν, ορμάω να τα κάνω αυτά μια μπουκιά. Ο Τζο, λοιπόν, όχι μόνο μοιράζοταν το φαΐ του μ' αυτά, αλλά, όταν έκλεβε κανένα κομμάτι από το σφαχτό του γείτονα, το έφερνε μέχρι το σπίτι που είμαι δεμένος και το τρώγαμε μαζί. Τα αφεντικά, όταν το είδαν αυτό, χάρηκαν πολύ και θαύμαζαν το Τζο. Κάτι μου λέει ότι αυτό ούτε οι άνθρωποι δεν το συνηθίζουν. Το ζήτημα τώρα όμως είναι πως ο Τζο ήταν το σκυλί της θηλυκιάς του αφεντικού και όσο τον είχε, με άφηνε εμένα στην ησυχία μου.
Όταν την είδα λοιπόν τις προάλλες να έρχεται στο σπίτι μου έτοιμη να με βγάλει βόλτα, κοίταξα το αφεντικό μου περιμένοντας να της πει άσε κάτω το σκυλί μου, δεν κάνει για σένα, μα αυτός μιλιά δεν έβγαλε. Αντίθετα με αγρίεψε που έπεφτα απάνω της με όλη μου τη δύναμη, για να τη ρίξω κάτω να φοβηθεί και να πάει στα γατιά της.
Και βρέθηκα εγώ κοτζάμ κυνηγόσκυλο, να συνοδεύω την κυρία στη βόλτα σαν σαλονίσιο κοπρόσκυλο. Τι κατάντια! Κι όλα αυτά επειδή τα αφεντικά δεν ξέρουν να κάνουν κουμάντο στις θηλυκιές τους. Και να 'ταν μόνο αυτό! Η κυρία στη βόλτα αυτή προσπάθησε να με κάνει σαν το γέρο-Τζο! Με πήγαινε δεμένο στα γατιά της, στις κότες και τις χήνες και μόλις πήγαινα να ορμήσω, με τράβαγε πίσω και με αγρίευε. Τι ρεζιλίκι πέρασα ο μαύρος να μου κάνουν πιρουέτες τα γατιά με τις φουντωτές ουρίτσες μπροστά στη μύτη μου και να μη μπορώ να τους δώσω ένα καλό γιουρούσι. Τι να κάνω όμως, προσποιήθηκα πως έμαθα να είμαι Τζο και απλώς κοίταζα το κυνήγι περίλυπος. Τότε με έλυσε και με άφησε να τρέξω, όσο αυτή μάζευε ανεμώνες. Σε μια στιγμή που δεν με κοίταζε, όρμησα πίσω από ένα χοντρό γατί κι αυτό το φοβιτσιάρικο σκαρφάλωσε σε μια κολώνα και χάλασε τον κόσμο στα νιαουρίσματα. Τι ήταν να το δει η κυρία; Έβαλε κι αυτή κάτι φωνές σαν αγριόγατα και έφερε άρον άρον το αφεντικό να με αρπάξει και να με δέσει στο σπίτι μου.
Αφεντικό, κάνε κάτι, γιατί μια μέρα θα γυρίσεις σπίτι και θα με βρεις στον καναπέ σαν λουλού με φιογκάκι. Πες στην κυρά σου ότι δεν μπορεί πάντα να αντικαθιστά ό,τι της λείπει με κάτι άλλο κι ας βάλει μια πλάκα εκεί που έθαψε το γέρο-Τζο να γράφει: Αναντικατάστατος.