Είχα φτάσει στο Μέγαρο Μουσικής 2 ώρες περίπου πριν από τη διάλεξη. Η ουρά ξεκίναγε από τα βάθη του Μεγάρου και κόντευε να φτάσει... στην προηγούμενη στάση του μετρό. Και μια ουρά με πάχος μικρής παρέας! Ετοιμάστηκα να φύγω, καλός ο Γιάλομ, έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του, μου αρέσει η σκέψη, ο λόγος και η γραφή του, αλλά ούτε ο νέος μεσσίας να ήταν δεν θα έμενα τόσες ώρες όρθια για χάρη του. Μπροστά μου ένα ταξί αποβιβάζει μια ανάπηρη κυρία. Τη βοηθάω να βγει και, μπαίνοντας στο ταξί της, τη βλέπω να πηγαίνει προς την ουρά,βαδίζοντας με μεγάλη δυσκολία. "Φαντάζομαι ότι θα την αφήσουν να προηγηθεί" λέω φωναχτά τη σκέψη μου και ο ταξιτζής επωφελείται για να του λύσω την απορία, τι θέλουν όλοι αυτοί εδώ. Θα μιλήσει ένας διάσημος συγγραφέας και ψυχίατρος με θέμα το φόβο του θανάτου ή μάλλον... το πώς να αντιμετωπίζεις το φόβο του θανάτου...
Μερικές φορές η σκέψη μας αγκιστρώνεται απελπισμένα από οτιδήποτε θα την πάρει μακριά έστω και για λίγο από μια αναπόδραστη πραγματικότητα. Για μένα η κυρία αυτή ήταν το όχημα της φυγής σε μια από τις πιο δύσκολες νύχτες της ζωής μου. Η ελπίδα που την κράτησε όρθια εκεί που εγώ το έβαλα στα πόδια έντρομη. Ποια ήταν άραγε η δική της ανάγνωση στον Κήπο του Επίκουρου, από πού άντλησε παρηγορία και δύναμη; Τι είχε μέσα του ο Κήπος για κείνη;
Για μένα;
Τι αξία έχουν για μένα αυτές οι καλογραμμένες εφαρμογές φιλοσοφικών και ψυχολογικών θεωριών, συνδυασμένες με την πείρα ζωής και εργασίας ενός καλού ψυχιάτρου;
Να ζεις την κάθε μέρα σου σαν να είναι η τελευταία. Να ζεις, όπως ακριβώς θα ζούσες, αν ήξερες ότι δεν σου μένει παρά πολύ λίγος χρόνος, κάνοντας ακριβώς αυτό που αγαπάς, αυτό που σε κάνει να ξεχνάς και χρόνο και θάνατο. Μερικοί δεν το ξέρουν αυτό ή μάλλον το ξεχνάνε μέσα στο βιοπορισμό, στους καταναγκασμούς που μας επιβάλλει ο έξω και ο μέσα μας κόσμος, ο αλλότριος. Ο άνθρωπος που ήταν πεσμένος άψυχος στο χωράφι του εκείνη τη δύσκολη νύχτα, το ήξερε πολύ καλά κι ας μην είχε διαβάσει ούτε Γιάλομ ούτε Επίκουρο. Πέρασε θάλασσες μακρινές, μπαρκάρισε σε βαπόρια πολλά, βγήκε σε ξένες στεριές, έζησε χρόνια μετανάστης στη σύγχρονη γη της επαγγελίας και μόλις απαλλάχθηκε από όλα αυτά τα καταναγκαστικά, γύρισε στο μόνο πράγμα που αγαπούσε, όπως όλοι οι συντοπίτες του. Στη γη του. Καμάρι του οι περιποιημένοι κήποι, οι αμασιές με τα διάφορα ζαρζαβατικά, οι νυχτοί οι φρεσκοποτισμένοι, οι άλωνες οι γεμάτες καρπό, τα κελιά τα καθαρά και φιλόξενα για ζώα και γεννήματα, το κονάκι του δροσερό και ασπρισμένο, η χαμολάκα ξέχειλη νερό και τα καινούρια δεντράκια πατρικά προφυλαγμένα με πλέγματα. Στα χέρια του η πρώτη πατάτα δεν πρόλαβε να γίνει υπόσχεση καλής σοδειάς, στο κελί το τελευταίο δεμάτι άχυρα δεν πρόλαβε να δεθεί με το σκοινί. Οι δουλειές που έμειναν στη μέση μας πέρασαν κι εμάς γλυκά και ήσυχα στην ανάπαυση πάνω στη γη, μέσα στη γη. Σαν να μας δίδαξες, θείε, πως δεν χρειαζόμαστε φιλοσόφους και μάγους της ψυχής για να μάθουμε να πεθαίνουμε. Αρκεί να ζούμε κοντά με τη γη και την ψυχή μας. Αρκεί να μάθουμε να ζούμε.
Μερικές φορές η σκέψη μας αγκιστρώνεται απελπισμένα από οτιδήποτε θα την πάρει μακριά έστω και για λίγο από μια αναπόδραστη πραγματικότητα. Για μένα η κυρία αυτή ήταν το όχημα της φυγής σε μια από τις πιο δύσκολες νύχτες της ζωής μου. Η ελπίδα που την κράτησε όρθια εκεί που εγώ το έβαλα στα πόδια έντρομη. Ποια ήταν άραγε η δική της ανάγνωση στον Κήπο του Επίκουρου, από πού άντλησε παρηγορία και δύναμη; Τι είχε μέσα του ο Κήπος για κείνη;
Για μένα;
Τι αξία έχουν για μένα αυτές οι καλογραμμένες εφαρμογές φιλοσοφικών και ψυχολογικών θεωριών, συνδυασμένες με την πείρα ζωής και εργασίας ενός καλού ψυχιάτρου;
Να ζεις την κάθε μέρα σου σαν να είναι η τελευταία. Να ζεις, όπως ακριβώς θα ζούσες, αν ήξερες ότι δεν σου μένει παρά πολύ λίγος χρόνος, κάνοντας ακριβώς αυτό που αγαπάς, αυτό που σε κάνει να ξεχνάς και χρόνο και θάνατο. Μερικοί δεν το ξέρουν αυτό ή μάλλον το ξεχνάνε μέσα στο βιοπορισμό, στους καταναγκασμούς που μας επιβάλλει ο έξω και ο μέσα μας κόσμος, ο αλλότριος. Ο άνθρωπος που ήταν πεσμένος άψυχος στο χωράφι του εκείνη τη δύσκολη νύχτα, το ήξερε πολύ καλά κι ας μην είχε διαβάσει ούτε Γιάλομ ούτε Επίκουρο. Πέρασε θάλασσες μακρινές, μπαρκάρισε σε βαπόρια πολλά, βγήκε σε ξένες στεριές, έζησε χρόνια μετανάστης στη σύγχρονη γη της επαγγελίας και μόλις απαλλάχθηκε από όλα αυτά τα καταναγκαστικά, γύρισε στο μόνο πράγμα που αγαπούσε, όπως όλοι οι συντοπίτες του. Στη γη του. Καμάρι του οι περιποιημένοι κήποι, οι αμασιές με τα διάφορα ζαρζαβατικά, οι νυχτοί οι φρεσκοποτισμένοι, οι άλωνες οι γεμάτες καρπό, τα κελιά τα καθαρά και φιλόξενα για ζώα και γεννήματα, το κονάκι του δροσερό και ασπρισμένο, η χαμολάκα ξέχειλη νερό και τα καινούρια δεντράκια πατρικά προφυλαγμένα με πλέγματα. Στα χέρια του η πρώτη πατάτα δεν πρόλαβε να γίνει υπόσχεση καλής σοδειάς, στο κελί το τελευταίο δεμάτι άχυρα δεν πρόλαβε να δεθεί με το σκοινί. Οι δουλειές που έμειναν στη μέση μας πέρασαν κι εμάς γλυκά και ήσυχα στην ανάπαυση πάνω στη γη, μέσα στη γη. Σαν να μας δίδαξες, θείε, πως δεν χρειαζόμαστε φιλοσόφους και μάγους της ψυχής για να μάθουμε να πεθαίνουμε. Αρκεί να ζούμε κοντά με τη γη και την ψυχή μας. Αρκεί να μάθουμε να ζούμε.