
Σε είδα χθες με βαμμένο αποκριάτικα το μουτράκι και με μια καραμούζα στα χέρια, να κυκλοφορείς σαν το μοναδικό μασκαραδάκι, ανυποψίαστος στο γλέντι μας. Ανυποψίαστος για τη χαρά των μεγάλων που δεν είναι πια παρά μια μικρή κρούστα πάνω στην κακοκρυμμένη δυσθυμία τους. Αναρωτιόμουν αν θα δεις εσύ αληθινό καρναβάλι, αν θα δεις τους γονείς σου να γίνονται "άλλοι", "παρδαλοί", μέλη του πιο αρχαίου θιάσου του τόπου μας, να ξεσαλώνουν σα μικρά παιδιά. Δεν ξέρω πώς, αλλά ξάφνου έγινες μέσα μου το σύμβολο αντίστασης για μια χώρα παραδομένη στη μαυρίλα και την καταχνιά. Θέλω να σώσω τα καρναβάλια σου. Να σου δώσω ένα μεγάλο σακκούλι να το γεμίζεις κομφετί και σερπαντίνες, όσο μεγαλώνεις. Θέλω να μεγαλώνεις σαν μικρός πρίγκιπας κι όχι σαν το ξεπεσμένο ελληνάκι που θα το λυπούνται στις στράτες του κόσμου. Δεν ξέρω πόσα στραβά κάναμε οι μεγάλοι ή πόσα επιτρέψαμε να μας κάνουν, αλλά δεν θα παραδώσουμε σε κανέναν το κλειδί του μέλλοντός σου εν λευκώ. Πώς να στο πω, κρυφακούω μέσα στην μαργωμένη χώρα μας τα ρυάκια που ενώνονται για να γίνουν ποτάμι. Δεν ξέρω ακόμα τι ποτάμι θα φτιάξουν, της καταστροφής ή της αναγέννησης,ξέρω μόνο πως εσύ θα βρεις μια καθαρή γη να οργώσεις.
Έψαχνα καιρό τώρα στα μπαούλα μου για ξεφτίδια οραμάτων και απομεινάρια μισοφαγωμένων από τα θηρία κοσμοθεωριών. Χάθηκα σε λαβυρίνθους λύσεων και προτάσεων και αλληλοσυγκρουόμενων διεξόδων από το χάος. Ποτέ δεν περίμενα ότι όλες οι ιδεολογίες κι όλα τα οράματα και τα σχέδια θα ήταν ζωγραφισμένα πάνω στην πιο αστεία φατσούλα μιας γιορτής.