
Το Σάββατο που μας πέρασε είδα για πρώτη φορά την ταινία του Π. Βούλγαρη, "Ψυχή βαθιά",στην Κινηματογραφική Λέσχη Άνδρου,στην κατάμεστη αίθουσα του δημοτικού θεάτρου, και άκουσα από τον ίδιο και την Ιωάννα Καρυστιάνη, που συνεργάστηκε μαζί του στο σενάριο, λίγα λόγια για την ταινία, πριν από την προβολή της.
Πάντα είχα την απορία γιατί η πολυτάραχη ιστορία αυτού του τόπου δεν έχει δώσει αρκετές αφορμές για καλές ταινίες, αφού για μένα η κινηματογραφική ανάπλαση της ιστορικής πραγματικότητας είναι ένα από τα πιο γοητευτικά θέματα που θέλω να δω στο σινεμά.
Βλέπετε, όταν διδάσκεις ιστορία, νιώθεις την ανάγκη της αναπαράστασης γεγονότων και προσώπων, προκειμένου να έρθεις εσύ πιο κοντά σ' αυτά και να φέρεις και τους μαθητές σου, που μόνο έτσι μπορούν να δουν την ιστορία όχι ως καταγραφή γεγονότων, αιτίων και αριθμών, μα σαν ιστορία ανθρώπων.Των δικών τους ανθρώπων...
Έχω διδάξει ελληνικό εμφύλιο στο λύκειο στο παρελθόν, όταν η ιστορία γενικής παιδείας στην Γ΄τάξη δεν γίνοταν από αυτό το απαράδεκτο βιβλίο που υπάρχει τώρα, και χρησιμοποιούσα στο λίγο χρόνο που είχα στη διάθεσή μου, κάθε μέσο, για να γίνει πιο αντικειμενική αυτή η διδασκαλία (μέχρι συνδιδασκαλία με συνάδελφο αντίθετων απόψεων είχα επιχειρήσει, προκειμένου να δοθεί μέσα από το διάλογο και τη διαφωνία μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα στους μαθητές. ).
Αναρωτιόμουν πολλές φορές πώς θα μπορούσε κανείς να αναπαραστήσει κινηματογραφικά αυτά τα οδυνηρά γεγονότα πιο κοντά στην ουσία τους και πιο μακριά από προπαγάνδα και μισαλλοδοξία και, ναι, αυτό που είδα στην ταινία του Π. Βούλγαρη ξεπέρασε τις προσδοκίες μου.
Είδα μέσα σ' αυτήν το ίδιο το θέατρο του πολέμου, τα βουνά που την ομορφιά τους ακόμα τη στοιχειώνει το θανατικό. Τις αναπαραστάσεις μαχών και τον τρόπο ζωής των πολεμιστών και των αμάχων, με σεβασμό στην ιστορική αλήθεια, μα κυρίως είδα αυτό που για μένα είναι όλη η ουσία και της ιστορίας και του σινεμά, τα αληθινά πρόσωπα, τις αληθινές ζωές των ανθρώπων που τους συνέθλιψε αυτός ο πόλεμος. Τα δυο αδέλφια- βοσκόπουλα, που βρέθηκαν να πολεμάνε σε αντίπαλα στρατόπεδα, τα νιάτα που βγήκαν στο βουνό να παλέψουν για μια καλύτερη ζωή και έφτασαν να αλληλοσκοτώνονται με τους απέναντι, τα στρατευμένα αδέλφια τους, τους συγχωριανούς τους, τους συμμαθητές τους. Τον άμαχο πληθυσμό στο πρόσωπο του σπαρακτικού παππού του νεκρού φαντάρου, Θανάση Βέγγου (έξοχος), ή στον παππού των δύο παιδιών, γέρο βοσκό που προσπαθεί με στωικότητα να κρατήσει το κοπάδι του, όαση ειρηνικής ζωής μέσα στη φωτιά.
Πραγματικά γεγονότα,όπως η διανυκτέρευση στρατιωτών και ανταρτών ένα βράδυ στην ίδια σκηνή,αποδόθηκαν με τρόπο που διέσωσε την ιστορική αλήθεια,χωρίς να θυσιάσει τη συγκίνηση και χωρίς να τη φορτίσει με τεχνητά μέσα.
Διάβασα κριτικές που έλεγαν πως δεν πήρε θέση, πώς εξίσωσε θύτες και θύματα,πως παραποίησε την ιστορία! Ο δημιουργός δεν οφείλει να γράψει ιστορία, αλλά να την αναπλάσει σε καλλιτεχνικό γεγονός. Δεν είμαι ειδική να κρίνω καλλιτεχνικά την ταινία, μόνο ότι με συγκίνησε μπορώ να πω. Η ματιά όμως του σκηνοθέτη είδε αυτό τον πόλεμο από την πιο σωστή κατά τη γνώμη μου σκοπιά, αυτή του εμφύλιου αδελφοκτόνου σπαραγμού, που προκλήθηκε κυρίως από τη συμμόρφωση και των δυο πλευρών στα ξένα κέντρα αποφάσεων και προκάλεσε σ' αυτό τον τόπο πληγές που έκαναν χρόνια να κλείσουν. Αν έκλεισαν...
Πέρα από αυτά όμως, το Σάββατο βράδυ, για πρώτη φορά,κατάλαβα τι σήμαιναν οι ιστορίες που πρωτοάκουσα στην Ήπειρο από τον πεθερό μου και τα αδέλφια του, που βρέθηκαν ακριβώς όπως οι πρωταγωνιστές της ταινίας να πολεμάνε σε αντίπαλα στρατόπεδα.
Κι ένιωσα κι εγώ σαν τους μαθητές μου πως είναι ιστορία ανθρώπων η ιστορία. Των δικών μου ανθρώπων.




