
Έχει περάσει αρκετός καιρός (πάνω από μήνας;) που επισκέφτηκα το παλιό μου σχολείο στην Αθήνα. Πήγαινα με το χτυποκάρδι της συνάντησης με μια παλιά αγάπη, παλιά και αξέχαστη.
Δεν μου άφησε χρόνο αρκετό να "ετοιμαστώ" ο Άρης που με βρήκε στο δρόμο, πριν φτάσω, και μου μίλησε σαν να ήταν μια συνηθισμένη μέρα, μια μέρα από αυτές που συναντιόμασταν κάθε πρωί και χωρίζαμε κάθε μεσημέρι, δίνοντάς μου για στο σπίτι το πιο φρέσκο ανέκδοτο της πόλης, να χορτάσω γέλιο και να μοιράσω και στους γείτονες.
Το δικό του "εύκολο" καλωσόρισμα δεν με προετοίμασε καθόλου καλά για τη συνέχεια. Δέχτηκα μια τόσο συντονισμένη και τόσο καταιγιστική επίθεση ανοιχτής αγκαλιάς, που χρειάστηκα αυτό το μήνα και βάλε, για να "αναρρώσω" και να μπορέσω να μιλήσω μετρημένα γι' αυτό. Αν μπορέσω...
Μέσα σε τόσο λίγο χρόνο φυλλομέτρησα πάλι τις ίδιες σελίδες μιας πεντάχρονης "συγγραφής". Όλα τα περιεχόμενα ανοιχτά. Η συνύπαρξη, η συγγένεια, η συνάφεια, η συγκίνηση. Όλα ανεξίτηλα, το γέλιο, το αστείο, το πείραγμα, το νοιάξιμο, το δάκρυ.
Σε ένα απρόσωπο μεγάλο σχολικό κτίριο της πρωτεύουσας, όλα τα πρόσωπα μαζί της δικής μου υπαρκτής ουτοπίας. Οι δικοί μου Συνάδελφοι. Για πάντα.
Και μετά τα παιδιά. Είναι πιο εύκολο να αποχωρίζεσαι τα παιδιά. Αυτό εξασκούμαστε να κάνουμε μια ζωή ολόκληρη. Αυτό είναι το δικό μας το στοίχημα, να τα δούμε να ανοίγουν δυνατά φτερά.
Εκείνη τη μέρα όμως έτσι όπως με τριγύρισαν στην αυλή, τόσο ίδια και τόσο αλλαγμένα συγχρόνως, ένιωσα πως έχασα πολλά από το μεγάλωμά τους, πως θα ήθελα να ξέρω τόσα για τον καθένα τους που δεν προλάβαινα πια να ρωτήσω. Μόνο λίγα λόγια και πιο πολλά βλέμματα. Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτή η γλώσσα που δεν την έμαθαν στο δικό μου μάθημα.
Τις τελευταίες μέρες έχω στο μυαλό μου πολύ όσους δεν είδα, όσους έλειπαν εκείνη τη μέρα ή έχουν φύγει κι αυτοί. Για μένα είναι όλοι παρόντες όταν "μπαίνω" στο γραφείο και "κάθομαι" εκεί απέναντι στην πόρτα για να έχω καλή θέα σε όλο το χώρο.
Γιατί αυτή την καλή θέα δεν θα τη χάσω ποτέ από τα μάτια μου.



