Showing posts with label άνθρωποι. Show all posts
Showing posts with label άνθρωποι. Show all posts

Wednesday, July 4, 2012

Στο μοδιστράδικο

Το μοδιστράδικο όπως το έζησα στα παιδικά μου χρόνια ήταν ένας μυστικός, αδιαπέραστος γυναικείος βιότοπος. Επικεφαλής η έμπειρη μοδίστρα, δίπλα της οι μαθήτριές της και συχνές επισκέπτριες, πελάτισσες και περαστικές. Με υπόκρουση τον ήχο μιας ποδοκίνητης σίνγκερ, χέρια κοριτσίστικα έκοβαν, έραβαν, καρφίτσωναν και την ίδια ώρα έπαιρναν κι έδιναν τα σχόλια για  τα καθέκαστα της μικρής κοινωνίας. Όταν ήμουν ήσυχη, με άφηναν να παίζω λίγο με τους θησαυρούς τους, πολύχρωμα μασουράκια, φιγουρίνια, σαπουνάκια σχεδίου, κουρελάκια που περίσσευαν και ωραία κουμπιά. Καμιά φορά, έβρισκαν χρόνο να μου ράψουν κάτι για τις κούκλες μου ή να μου δώσουν κι εμένα να ράψω. Αυτές οι κοπέλες, οι μαθήτριες της θεία- Ρένας, ήταν οι ζωντανές μου κούκλες. Καμάρωνα τα φουστάνια τους, θαύμαζα τα χτενίσματά τους, μα πιο πολύ την αξιοσύνη των χεριών τους. Θυμάμαι μερικά ονόματα: Ειρήνη, Μαρίκα, Βιολέττα. Όλες γιαγιάδες πια, μα τις κράτησα στη μνήμη με τόση καθαρότητα πολύ νέες, σχεδόν παιδιά,  που για μένα δεν θα γεράσουν ποτέ. Ακόμη και τις καστανιές θυμάμαι, τα σαχανάκια, όπως τα λέγαμε, με το φαΐ τους, που έφερναν μαζί γιατί έμεναν μακριά.
Ποτέ δεν κατάλαβα πώς βρέθηκα έξω από αυτόν το μαγικό κόσμο. Ήταν που έκλεισε το μοδιστράδικο, όταν παντρεύτηκε η θεία- Ρένα, ή που πολύ νωρίς βγήκε το πόρισμα ότι το παιδί είναι για γράμματα; Μα τι σήμαινε "γράμματα" τότε;  Μπορούσαν να σε αποζημιώσουν τα γράμματα, αν δεν ήσουν άξια να βάλεις βελονιά; Σε καμία περίπτωση! Γι' αυτό θυμάμαι τη μόνιμη προτροπή της μάνας μου, ιδίως μπροστά σε κόσμο: "Άσε το βιβλίο πια και πιάσε το κέντημα, θα ζαβωθείς." Με το δίκιο της η κακομοίρα φρόντιζε να περισώσει το καλό μου όνομα, που κινδύνευε από το πολύ διάβασμα και το ελάχιστο ράψιμο. Έκανε ό,τι μπορούσε να μου μάθει τα βασικά: μου έφερε την Ελπίδα, μια μεγαλοκοπέλα, πολύ άξια, από το χωριό, αλλά την άφηνα σύξυλη και έφευγα από την άλλη πόρτα. Αργότερα ήθελε να με στείλει, ένα καλοκαίρι, σε μοδίστρα να μάθω, λέει,  να κάνω το στρίφωμά μου. Πού να ήξερε πόσο κινδύνευε από κάτι τέτοιο το όνομά μου στους κύκλους της αριστερής φοιτητικής νεολαίας που ανήκα! Είχα που είχα μια  ροπή προς τα πανηγύρια, αταίριαστη με τα μουσικά ήθη της εποχής, αν άκουγαν ότι μάθαινα και ράψιμο, θα με δούλευαν ψιλό γαζί και με το δίκιο τους.
Δεν ξέρω, τελικά, τι ήταν πιο επαναστατικό για μένα, το να μάθω ή να μη μάθω ράψιμο, πάντως αν δείξω στην κόρη μου το φορεματάκι που κόντυνα χθες, είμαι σίγουρη ότι πριν φύγει για μεταπτυχιακό, θα περάσει από το μοδιστράδικο της κυρίας Μίνας για θερινό σεμινάριο.

Friday, January 21, 2011

Η παραγγελιά της Ανδριώτισσας


Έμαθα για σένα τον τελευταίο καιρό. Δεν σε ήξερα όσο ζούσες. Διάβασα το όνομά σου σε μια μαθητική εργασία που έγινε ημερολόγιο. Ένα όνομα χαϊδευτικό, παιχνιδιάρικο,μιας κοπέλας που την προσέχουν και την καλομαθαίνουν. Είδα τη "φωτογραφία" σου στο παλιό πανηγύρι. Μπήκες με την παρέα σου, έκανες παραγγελιά στα όργανα, χόρεψες κι έφυγες. Κορίτσι πράμα, πού το βρήκες το θάρρος να σταθείς εκεί μπροστά στον κόσμο και να ζητήσεις χορό. Μόνο οι άντρες μπορούσαν να σε χορέψουν κι αυτοί αν ήταν συγγενείς ή συχωριανοί σου. Οι άλλοι έπρεπε να ζητήσουν την άδεια του κηδεμόνα. Και βγαίνεις εκεί μπροστά και κάνεις παραγγελιά. Ποιο τραγούδι ζήτησες; Ποιο χορό χόρεψες άραγε; Ξέρεις πόσες φορές κι εγώ κοπέλα χόρεψα λάθος χορό με λάθος καβαλιέρο κι άφησα το τραγούδι μου αχόρευτο; Ποτέ δε βρήκα το θάρρος σου και είμαι εγγονή σου στα χρόνια.
Είπανε πως ήσουν μεθυσμένη. Με τι είχες μεθύσει, αθάνατο κορίτσι του παλιού πανηγυριού; Η νιότη σου ήταν το κρασί ή η καρδιά σου που πετάριζε με τη δοξαριά του βιολιού; Μην ήσουν μεθυσμένη από έρωτα παλικαριού ή σε μέθυσαν τα πειράγματα και οι τρέλες των φιλενάδων σου;
Τι σε περίμενε μετά; Σχόλια, βλέμματα, σούσουρο στη γειτονιά; Σε μάλωσαν οι δικοί σου;
Κάτι μου λέει ότι καθόλου δε σε ένοιαξε. Έμαθα εγώ πως πάντα έζησες ελεύθερη και ότι ποτέ δεν μπόρεσε ο μικρός μας τόπος να σε υποτάξει, να σε βάλει στα δικά του καλούπια. Έφτιαξες εσύ τώρα ένα καινούριο καλούπι για μας: της Ανδριώτισσας "Στέλλας", που ακόμα και τώρα που δεν υπάρχει πια στη ζωή, τη συζητάνε και αναστατώνονται με την παραγγελιά της όσες δεν μπόρεσαν ποτέ να κάνουν παραγγελιά το τραγούδι τους.

Monday, March 22, 2010

Στον πιο αγαπημένο ποδηλάτη του ανεμόμυλου

Γιατί μερικές φορές αρκεί μια μικρή αναποδιά για να δούμε καθαρά πόσο πολύτιμοι είναι οι αγαπημένοι μας άνθρωποι.
Και γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε να τους το λέμε...
Πάμε λοιπόν για ορθοπεταλιές, φιλαράκι μου!

Saturday, October 31, 2009

Για τον Ρομπέρτο από την Αλβανία και το γιο του


Ο Ρομπέρτο είναι από την Αλβανία και είναι δικός μας. Χρόνια τώρα είναι το πιο γελαστό πρόσωπο της αγοράς, βοηθός στο μπακάλικο του Μαγκανιώτη, του μπάρμπα- Δημητρί, πρόθυμος, εργατικός, και πιο ντόπιος από τους ντόπιους. Ξέρει όλα τα κουτσομπολιά και απ' αυτόν μαθαίνω τα "νέα". Άσε που είναι και σκέτος βάζελος και δεν αφήνει γαύρο για γαύρο απείραχτο.
Τα παιδιά του γεννήθηκαν εδώ,μεγαλώνουν μέσα στην αγορά του Γιαλού, και σε λίγα χρόνια θα είναι μαθητές μας.
Στις παρελάσεις του μέλλοντος,όπως κι αν εξελιχθούν αυτές, θα τα καμαρώνουμε το ίδιο όπως τα δικά μας παιδιά, θα τους δώσουμε να κρατήσουν σημαιάκια, να πούνε ποιήματα, να τραγουδήσουν τον εθνικό μας ύμνο.
Γιατί ο λόγος που έχουμε αυτή την όμορφη και πανάρχαιη πατρίδα είναι για να τη μοιραζόμαστε με όλους τους ανθρώπους που την αγαπάνε και την τιμούν. Γιατί αυτή η πατρίδα, πιο πολύ από κάθε άλλη, θεμελίωσε την ύπαρξή της και τον πολιτισμό της στο σεβασμό προς τον ξένο, τον άλλο, τον διαφορετικό.
Και γιατί όσοι δεν σέβονται αυτές τις αξίες είναι πολύ περισσότερο ξένοι, πολύ λιγότερο δικοί μας από τον Ρομπέρτο και το γιο του.

Friday, October 23, 2009

Χρόνια πολλά αστέρι μου

Ήρθες σε καλή ώρα, μωρό μου
πάνω που άρχιζα να εντοπίζω και να συντηρώ τις εύκολες χαρές μου
μου ΄μαθες πως η μεγάλη χαρά είναι πόνος.

Πάνω που άρχιζα να ανακαλύπτω την αξία της μοναξιάς
μου 'δειξες ξανά το δρόμο της συνύπαρξης

Μ' ένα τόσο δα μικρό χεράκι
Πώς μπόρεσες να ξεχαρβαλώσεις το δείχτη που έδειχνε πάντα εγώ.

Και είχα αρχίσει να πιστεύω
πως αρκεί μια σιδερένια πανοπλία και μια σημαία
για να βγαίνεις πάντα νικητής.

Αλλά να που μπορείς να αγωνίζεσαι
αγωνιώντας πάνω από ένα μικρό τρυφερό
σώμα ανθρώπου.
13/3/89

Thursday, September 3, 2009

Οδηγίες προς επιστρέψαντες παραθεριστές


Τώρα που γυρίσατε στην πόλη, φίλοι μου καλοκαιρινοί, βάλτε κι αυτό το γραμματάκι μου μαζί με τα άλλα απομεινάρια των διακοπών σας.
Παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις, μας ήρθατε μπόλικοι και φέτος, ευτυχώς. Στην αρχή είδαμε και πάθαμε να σας ηρεμήσουμε. Έρχεστε σαν άγρια θηρία, κορνάρετε για μια θέση παρκαρίσματος, προσπερνάτε του σκοτωμού, βαριόσαστε να περιμένετε λίγο παραπάνω να σας φέρουν τον καφέ, κουβαλάτε όλη την οικοσκευή στην παραλία, γκρινιάζετε για τον αέρα, τη ζέστη, την υγρασία, τα ζωύφια. Ψάχνετε την καλύτερη παραλία, το καλύτερο εστιατόριο, το πιο μοδάτο μπαράκι, προσπερνώντας ένα ηλιοβασίλεμα ακατάδεχτοι και αφήνοντας ολομόναχες τις ανατολές.
Σιγά σιγά, μαθαίνετε. Πέφτουν οι ρυθμοί, ξεχνιέστε δίπλα στη θάλασσα μέχρι το βράδυ, απολαμβάνετε μια νύχτα χωρίς φεγγάρι πάνω σ' ένα άσπρο πεζούλι, χωρίς φώτα και μουσικές. Kλείνετε το λάπτοπ, το κινητό, το cd player, το mp3, ακούγοντας εκστατικοί τις σιωπές της νύχτας. Κι όσο περνούν οι μέρες και σιγώνει η επιστροφή, μελαγχολείτε όμορφα και μελώνετε σαν τα ώριμα σύκα. Τότε είναι που θέλω να μη φύγετε. Να μείνετε για πάντα εδώ. Να κρατήσετε γεμάτους τους δρόμους, τις παραλίες, τα μαγαζιά. Να κρατήσετε το σινεμά ανοιχτό, το περίπτερο μέχρι αργά, το ζαχαροπλαστείο γεμάτο φρέσκα γλυκά. Να βλέπουμε τα ντόπια παιδιά να λάμπουν μέσα σε πολύβουες παρέες, τα πιτσιρίκια να γεμίζουν την πλατεία, και να θέλεις μια ώρα να διασχίσεις την αγορά με τα διόδια κουβέντας στημένα σε κάθε γωνιά.
Μα εσείς είστε κιόλας φευγάτοι. Σε μια μέρα εξαφανίζεστε όλοι μαζί, λες και σας έπαιξε η πόλη το μαγεμένο αυλό.
Ακόμα η άμμος έχει το σχήμα σας. Η θάλασσα που ημερέψατε δεν πρόλαβε ακόμα να αγριέψει. Κι εμείς που μείναμε εδώ, ακόμα φυλάμε το γλυκό που σας αρέσει. Και τις κουβέντες που κόψαμε στη μέση, για να απολαύσουμε χωρίς λόγια την παρουσία σας, τις έχουμε αφήσει ανοιχτές.
Κρατήστε κι εσείς λίγο από καλοκαίρι στη ζωή σας εκεί στη μεγάλη πόλη.
Μην τα κρύψετε όλα τα καλοκαιρινά, αφήστε το μαγιό να στολίζει μια γωνιά στην κρεβατοκάμαρα, το αντηλιακό ανοιχτό στο μπάνιο, τις φωτογραφίες στο σαλόνι και την ψάθα ξεχασμένη στο αυτοκίνητο.
Αφήστε ένα κομμάτι καλοκαιριού να επιβραδύνει λίγο τους σφυγμούς σας, όταν δεν βρίσκετε θέση για παρκάρισμα.
Δείτε λίγο ακόμη θερινό σινεμά, φάτε παγωτό στο παγκάκι της πλατείας, πιείτε καφέ έξω στο μπαλκόνι το πρωί κι όχι μπροστά στο λάπτοπ.
Ανοίξτε το βιβλίο που διαβάζατε στην παραλία να πέσει και λίγη άμμος στο πάτωμα.
Βάλτε κι ένα βοτσαλάκι στην τσέπη, πριν να φύγετε για τη δουλειά, ξορκίζει το στρες, όταν το χαϊδεύεις κρυφά.
Α, και έχετε και κάτι φίλους ξεχασμένους στο νησί, μην τους αφήσετε απότιστους, θα τους βρείτε ξερούς.
Καλή επιστροφή λοιπόν και...
το καλοκαίρι μαζί σας...

Saturday, June 6, 2009

Μάθημα ζωής και θανάτου

Είχα φτάσει στο Μέγαρο Μουσικής 2 ώρες περίπου πριν από τη διάλεξη. Η ουρά ξεκίναγε από τα βάθη του Μεγάρου και κόντευε να φτάσει... στην προηγούμενη στάση του μετρό. Και μια ουρά με πάχος μικρής παρέας! Ετοιμάστηκα να φύγω, καλός ο Γιάλομ, έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του, μου αρέσει η σκέψη, ο λόγος και η γραφή του, αλλά ούτε ο νέος μεσσίας να ήταν δεν θα έμενα τόσες ώρες όρθια για χάρη του. Μπροστά μου ένα ταξί αποβιβάζει μια ανάπηρη κυρία. Τη βοηθάω να βγει και, μπαίνοντας στο ταξί της, τη βλέπω να πηγαίνει προς την ουρά,βαδίζοντας με μεγάλη δυσκολία. "Φαντάζομαι ότι θα την αφήσουν να προηγηθεί" λέω φωναχτά τη σκέψη μου και ο ταξιτζής επωφελείται για να του λύσω την απορία, τι θέλουν όλοι αυτοί εδώ. Θα μιλήσει ένας διάσημος συγγραφέας και ψυχίατρος με θέμα το φόβο του θανάτου ή μάλλον... το πώς να αντιμετωπίζεις το φόβο του θανάτου...

Μερικές φορές η σκέψη μας αγκιστρώνεται απελπισμένα από οτιδήποτε θα την πάρει μακριά έστω και για λίγο από μια αναπόδραστη πραγματικότητα. Για μένα η κυρία αυτή ήταν το όχημα της φυγής σε μια από τις πιο δύσκολες νύχτες της ζωής μου. Η ελπίδα που την κράτησε όρθια εκεί που εγώ το έβαλα στα πόδια έντρομη. Ποια ήταν άραγε η δική της ανάγνωση στον Κήπο του Επίκουρου, από πού άντλησε παρηγορία και δύναμη; Τι είχε μέσα του ο Κήπος για κείνη;
Για μένα;
Τι αξία έχουν για μένα αυτές οι καλογραμμένες εφαρμογές φιλοσοφικών και ψυχολογικών θεωριών, συνδυασμένες με την πείρα ζωής και εργασίας ενός καλού ψυχιάτρου;
Να ζεις την κάθε μέρα σου σαν να είναι η τελευταία. Να ζεις, όπως ακριβώς θα ζούσες, αν ήξερες ότι δεν σου μένει παρά πολύ λίγος χρόνος, κάνοντας ακριβώς αυτό που αγαπάς, αυτό που σε κάνει να ξεχνάς και χρόνο και θάνατο. Μερικοί δεν το ξέρουν αυτό ή μάλλον το ξεχνάνε μέσα στο βιοπορισμό, στους καταναγκασμούς που μας επιβάλλει ο έξω και ο μέσα μας κόσμος, ο αλλότριος. Ο άνθρωπος που ήταν πεσμένος άψυχος στο χωράφι του εκείνη τη δύσκολη νύχτα, το ήξερε πολύ καλά κι ας μην είχε διαβάσει ούτε Γιάλομ ούτε Επίκουρο. Πέρασε θάλασσες μακρινές, μπαρκάρισε σε βαπόρια πολλά, βγήκε σε ξένες στεριές, έζησε χρόνια μετανάστης στη σύγχρονη γη της επαγγελίας και μόλις απαλλάχθηκε από όλα αυτά τα καταναγκαστικά, γύρισε στο μόνο πράγμα που αγαπούσε, όπως όλοι οι συντοπίτες του. Στη γη του. Καμάρι του οι περιποιημένοι κήποι, οι αμασιές με τα διάφορα ζαρζαβατικά, οι νυχτοί οι φρεσκοποτισμένοι, οι άλωνες οι γεμάτες καρπό, τα κελιά τα καθαρά και φιλόξενα για ζώα και γεννήματα, το κονάκι του δροσερό και ασπρισμένο, η χαμολάκα ξέχειλη νερό και τα καινούρια δεντράκια πατρικά προφυλαγμένα με πλέγματα. Στα χέρια του η πρώτη πατάτα δεν πρόλαβε να γίνει υπόσχεση καλής σοδειάς, στο κελί το τελευταίο δεμάτι άχυρα δεν πρόλαβε να δεθεί με το σκοινί. Οι δουλειές που έμειναν στη μέση μας πέρασαν κι εμάς γλυκά και ήσυχα στην ανάπαυση πάνω στη γη, μέσα στη γη. Σαν να μας δίδαξες, θείε, πως δεν χρειαζόμαστε φιλοσόφους και μάγους της ψυχής για να μάθουμε να πεθαίνουμε. Αρκεί να ζούμε κοντά με τη γη και την ψυχή μας. Αρκεί να μάθουμε να ζούμε.

Tuesday, February 10, 2009

Για να με φέρει ο λογισμός ξανά στα περασμένα


Πεθύμησα ένα γλέντι. Με βιολί και λαούτο, χωρίς ενισχυτές και μεγάφωνα. Με κρασάκι και μεζεδάκια σπιτικά. Από αυτά που γίνονται στο ξαφνικό, σε ένα κονάκι, με λίγους φίλους, κανέναν περαστικό ή απρόσκλητο αλλά καλοδεχούμενο επισκέπτη. Που δεν φοράς τα καλά σου. Άσε που μπορεί να είσαι με φόρμα και υποδήματα κι ένα παλιό πουκάμισο του πατέρα σου. Μα το καλύτερο είναι να έχεις και το Μαρινάκι. Το Μαρινάκι, η ξαδέρφη μου, μια όμορφη κοπέλα έξω καρδιά, χορευταρού και μεζεκλού, υπέροχη μαγείρισσα και περιποιητική οικοδέσποινα. Έχουμε κάνει μαζί τα καλύτερα γλέντια της ζωής μας. Μια φορά μεθύσαμε τις μεγάλες θειές και γιαγιάδες και τις φωτογραφίσαμε με τσιγαράκι στο χέρι, τάχα μου πως καπνίζουν. Άλλη φορά ξεσηκώσαμε όλο το χωριό να γλεντάει επί δυο μήνες μετά το νέο έτος σε διαδοχικές βεγγέρες, από σπίτι σε σπίτι. Ήταν η τελευταία ξέγνοιαστη χρονιά. Μετά αρχίσαμε να χάνουμε...Τις γιαγιάδες, το θείο, τον πατέρα της...
Μεγαλώσαμε, και μαζί οι δουλειές μας και οι έγνοιες. Χαθήκαμε. Πάντα όμως μόλις βρεθούμε για γλέντια μιλάμε: "πότε θα κάνουμε ένα πιόμα", "πότε θα ξημερωθούμε", "άντε να δούμε, αντέχουμε;"
Μαρινάκι, δεν βγαίνει αλλιώς κορίτσι μου, περίσσεψε η μαυρίλα και η καταχνιά, πρέπει να θυμηθούμε εκείνο το: "δεν τσι χωρίζει ο χωρισμός τσ' αγάπες τσι μεγάλες, γιατί και να χωρίσουνε δεν είναι σαν τις άλλες" και να χορέψουμε το: "χορέψετε χορέψετε παπούτσια μη λυπάστε κι εκείνα ξεκουράζονται τη νύχτα που κοιμάστε. " Κι όταν έρθει η ώρα για το: "τούτη η γη που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε", να ακουστούν τα πατήματά μας ως τον κάτω κόσμο.
Και...δεν ξεχνάω ποτέ τη συμβουλή σου: "Όταν κάνεις γλέντι στο σπίτι σου, πρέπει πρώτη εσύ να τρως να πίνεις και να χορεύεις, αλλιώς κρίμα στην ετοιμασία σου, κανένας δεν θα ευχαριστηθεί"
Θα την τηρήσω...
Άντε, "να σ' εύρω!"

Saturday, January 17, 2009

Χρόνια πολλά, φίλε

Στο θερσίτη μας, που γιορτάζει σήμερα:
Να έχει πάντα τόση ζεστασιά μέσα του και γύρω του:



τόση αγάπη αφοσιωμένη:



τόση ομορφιά σαν τις πρώτες πρώτες ανεμώνες του χειμώνα που του μάζεψα:




και τόση γλύκα σαν την πίτα μου που του τη φυλάω για κέρασμα, μόλις συναντηθούμε...

Thursday, November 27, 2008

Αφιερωμένο...


let it be: Τα λόγια που μας αρέσει να ακούμε τις συννεφιασμένες νύχτες, τα λόγια που μπορούν να καθησυχάσουν τους φόβους μας, να απαλύνουν την αγωνία μας για το αύριο. Απόψε αφιερωμένα σε αγαπημένο φίλο που είναι λίγο στενοχωρημένος.
And when the night is cloudy,
There is still a light that shines on me,
Shine on until tomorrow, let it be.
Γιατί κι εκείνος έχει ανάψει πολλές φορές ένα φως σε συννεφιασμένες νύχτες για μένα.

Tuesday, November 4, 2008

Για την κυρία Γεωργία


Αγαπημένο τραγούδι, τραγουδισμένο από τη συνονόματη γιαγιά μου, το πρώτο άκουσμα των παιδικών μου χρόνων. Ας γαληνέψουμε ακούγοντάς το απόψε από τη μεγάλη φωνή της Μαρίζας Κωχ. Το αφιερώνω με ιδιαίτερη αγάπη, σε μια υπέροχη κυρία που αναρρώνει επιτυχώς και της εύχομαι να γίνει γρήγορα εντελώς καλά.

Sunday, October 26, 2008

Χρόνια πολλά, φίλε


Σήμερα του αγίου Δημητρίου, με αφορμή και την καινούρια ανάρτηση του vagnes, ας μιλήσουμε για φίλους. Τι είναι φίλος; Κάποιος χθες βράδυ μου είπε ότι τα μπλογκ του θυμίζουν παλιά λευκώματα: τι εστί φιλία, τι έρως; Γιατί όχι; Ποτέ άλλωστε δεν είχα δικό μου λεύκωμα.
Φίλος λοιπόν δεν είναι ούτε ο παλιός, ούτε ο καινούριος, ούτε ο κολλητός, ούτε ο μακρινός και χαμένος. Δεν είναι καν αυτός που γελάει και κλαίει μαζί σου και προπαντός αυτός που γελάει με σένα και κλαίει για σένα (από τα γέλια).
Ακόμα δεν είναι αυτός που οργανώνει μια ολόκληρη παράσταση παρωδίας του Οιδίποδα, στο ρεβεγιόν των Χριστουγέννων, στο σπίτι σου, χωρίς να έχεις ιδέα και ξαφνικά βρίσκεσαι μπροστά κι εσύ και οι καλεσμένοι σου σε δύο "τραγωδούς" με σεντόνια και, θεέ μου φύλαγε, λόγια. Φίλος δε λέγεται ούτε καν αυτός που στα τεσσαρακοστά τόσα σου γενέθλια έρχεται ανεμίζοντας ολόχαρος το βιβλίο "όνειρο στην εμμηνόπαυση". Κι ενώ έχει ήδη υπονομεύσει το χαρακτήρα της βραδιάς με συνωμοτική οργάνωση απαγγελίας ποίησης δια στόματος ποιητού "ο θεός να τον κάνει".
Κι ακόμα μην το ξεχάσω. Φίλος δεν είναι μόνο ο υπέροχος συνομιλητής, ο οξυδερκής και ενημερωμένος και καλός δάσκαλος πνευμάτων αντιλογίας.
Μπορεί όμως πάλι να είναι αυτός που ενώ εξελίχθηκε και προχώρησε πολύ, δεν άφησε στιγμή την ψυχή του ενέχυρο.
Μήπως όμως είναι φίλος αυτός που δακρύζει μια βραδιά που έχει φεγγάρι ή που ξέρει ότι είσαι εκεί όταν ζορίζουν τα πράγματα και είναι εκεί όταν θέλεις να μιλήσεις με τη σιωπή σου;
Φίλος είναι ο φίλος, ο αγαπημένος, με την αρχαία έννοια της λέξης. Είναι επίθετο και κολλάει σε πολλά ουσιαστικά πλάσματα, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, ταυτότητας, ομοιότητας, ετερότητας.
Ένα τέτοιο ουσιαστικό πλάσμα της ζωής μου γιορτάζει σήμερα και του αφιερώνω το τραγούδι του Ντύλαν, από τη λίστα, που μου έχει τραγουδήσει υπέροχα τόσες φορές με την κιθάρα του.
ΥΓ: Στη φωτογραφία, το στέκι μας, το Δόλωμα, που σας έλεγα, λίγο πριν το πετροβολήσουν.

Sunday, October 5, 2008

Καλό σου ταξίδι, κυρά- μαμή

Η κυρά Μαρίκα, η μαμή μας, πέθανε χθες. Μια ζωή αφιερωμένη στη ζωή. Ένας γλυκός, υπέροχος άνθρωπος, που μπορούσες να συζητάς μαζί του και να γαληνεύεις, να ξεχνάς τις δουλειές σου, τις έγνοιες σου, τα μικρά και τιποτένια, και να βλέπεις με πιο καθαρό βλέμμα τα μεγάλα και σπουδαία. Πριν από 4 χρόνια, ο δήμαρχος και φίλος μου, Γιάννης Γλυνός, σκέφτηκε να την τιμήσουμε σε μια εκδήλωση και μου ζήτησε να γράψω κάτι γι' αυτήν. Πήγα στο σπίτι της και, ενώ με περιποιόταν με τη φιλόξενη διάθεση των γυναικών της γενιάς της, μου είπε τόσα όμορφα πράγματα, που χάζεψα και δεν τα σημείωνα όλα. Με όσα κατέγραψα συνέθεσα ένα μικρό βιογραφικό κείμενο-παρουσίαση* και το διάβασα στην εκδήλωση. Δεν θα ξεχάσω τη συγκίνηση όλων και τη δική της χαρά. Χαίρομαι τόσο που προλάβαμε να στα πούμε αυτά, κυρά Μαρίκα. Που προλάβαμε να σε χειροκροτήσουμε, να σε τιμήσουμε, να σου δείξουμε επίσημα και τελετουργικά την ευγνωμοσύνη μιας μικρής κοινότητας ανθρώπων, που ευεργετήθηκαν από σένα. Μερικές φορές πέφτουμε στην παγίδα να τα αποφεύγουμε αυτά, να τα θεωρούμε περιττά ή υπερβολικά και να νομίζουμε πως αρκεί η ανεπίσημη αγάπη, η καθημερινή επαφή. Κι όμως πρέπει να μάθουμε να αποδίδουμε και στους απλούς ανθρώπους, που ζουν δίπλα μας και προσφέρουν, τα εύσημα που φυλάμε για τους μεγάλους και επισήμους, με ή χωρίς εισαγωγικά. Σ' αυτούς τους καιρούς, τους σακάτικους, θα πιανόμαστε όλο και πιο πολύ από αγκωνάρια σαν τη κυρά μαμή μας, για να μη βουλιάζουμε.

*Κείμενο:ΜΑΡΙΚΑ ΒΑΣΤΑΡΔΗ

ΜΙΑ ΖΩΗ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ


Η κυρά Μαρίκα, η μαμή, είναι στη συνείδηση όλων, μικρών και μεγάλων, όσων έγιναν αποδέκτες των υπηρεσιών της, μα κι όσων γεννήθηκαν μετά τη συνταξιοδότησή της, συνδεδεμένη με το επάγγελμά της, αλλά και πρόσωπο οικείο κι αγαπημένο, ταυτισμένο με τον τόπο μας.
Όλοι από παιδιά έχουμε ακούσει ιστορίες για γέννες στις οικογένειές μας κι όλες συνοδεύονταν από το «πήγανε να φέρουν τη μαμή».
Η κυρά Μαρίκα όμως δεν ήταν απλώς η μαμή των παραδοσιακών κοινωνιών, η πρακτική, που απλώς περίμενε να πέσει το παιδί, όπως λέμε. Ήταν η πρώτη επαγγελματίας μαία στην Άνδρο.
Γεννήθηκε το 1920. Η καταγωγή της ήταν από το Κοχύλου και είναι παιδί του Νικολάου και της Ειρήνης Δαπόντε, το γένος Τηνιακού. Σε ηλικία 5 ετών έχασε τη μάνα της από επιλόχεια λοίμωξη στο δεύτερο τοκετό της. Το γεγονός αυτό τη σημάδεψε, ακόμα και σήμερα, μάνα δυο γιων, γιαγιά τριών μεγάλων εγγονιών, ο καημός της για την πρόωρη απώλεια της μάνας της δεν έχει σβήσει. Τη θυμάται νεκρή στο σαλόνι και «τα μαλλιά της μέχρι εκεί» κι είναι σαν να σου μιλάει εκείνο το μικρό πεντάχρονο κοριτσάκι που «δεν έπαιξε ποτέ με κούκλες».
Κυρία Μαρίκα, τι όμορφη δικαίωση γι’ αυτόν τον πόνο σας αξίωσε η ζωή! Σώσατε τόσες γυναίκες που κινδύνευαν ακριβώς απ’ αυτό που σας στέρησε τη μητέρα σας κι όμως, μιλώντας μαζί σας, δεν ένιωσα ούτε στιγμή την έπαρση του δικαιωμένου ανθρώπου. Μόνο την αγάπη σας ένιωσα για τα παιδιά που πιάσατε, 800 τον αριθμό, για τις μάνες που όταν τις ξεγεννούσατε, τις φιλούσατε και τους λέγατε, «να είσαστε ευτυχισμένες, γίνατε μάνες». Να ξέρατε πόσο τις ζήλεψα αυτές τις γυναίκες, εγώ, που όπως όλες οι σημερινές, γέννησα σε ένα μεγάλο μαιευτήριο, με όλα τα κομφόρ, όμως τόσο απρόσωπο, τόσο ανίκανο να σε συντροφέψει στην πιο σημαντική στιγμή της ζωής σου!
Ταυτίστηκα μαζί σας όταν μου είπατε, «όταν πήγαινα να ξεγεννήσω, όλοι φωνάζανε, πότε θα γεννήσει, γιατί αργεί, η γυναίκα φώναζε από τους πόνους, δεν τα φοβόμουν αυτά, τα ήξερα, μα όταν έβλεπα να κλαίει η μάνα της ετοιμόγεννης, δεν άντεχα, έκλαιγα κι εγώ.» Θυμήθηκα κι εγώ που την κορυφαία αυτή στιγμή, το μυαλό μου πήγε στη μάνα μου και κατάλαβα.
Ας γυρίσουμε λοιπόν πολλά χρόνια πίσω, όταν ένας δάσκαλος στο δημοτικό, ο Καρυστινός, είδε πως η Μαρίκα τα έπαιρνε τα γράμματα και φρόντισε, μάζεψε υπογραφές των προέδρων, να τη στείλουν να εκπαιδευτεί ως μαία στην Αθήνα. Εκεί την πήρε υπό την προστασία του ο Μπούμπουρας, μεγάλος μαιευτήρας, διευθυντής στο Δημόσιο Νοσοκομείο Αθηνών. Ήταν ο ίδιος που δεν κατάφερε να σώσει τη μάνα της, όταν του την πήγαν ετοιμοθάνατη σχεδόν.
Μόλις τέλειωσε, 20 χρονών το 1940, ξέσπασε ο πόλεμος και γύρισε στην Άνδρο.
Εδώ στην αρχή, δεν την έπαιρνε κανένας. Ευτυχώς όμως βοήθησε ο έρωτας. Ο Πανταζής, μετέπειτα σύζυγός της και τότε αγαπημένος της, τη σύστησε σε μια θεία του στο Ρωγό, Σοφία Τέντε, και έτσι ξεκίνησε η καριέρα της. Άσκησε ελεύθερο επάγγελμα για 12 χρόνια και μετά διορίστηκε στο αγροτικό ιατρείο για άλλα 28, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε. Όταν ήρθε η ώρα της σύνταξης, της λέγανε από τη Σύρο πως την ξεχάσανε, μια και ούτε άδειες έπαιρνε, ούτε τους απασχολούσε ποτέ.
40 χρόνια γέννες, 40 χρόνια δίπλα στη μάνα και στο παιδί, μα και σ’ όλες τις γυναίκες που χρειάζονταν τη συμβουλή της.
Συνθήκες δύσκολες. Συγκοινωνία ανύπαρκτη. Την πήγαιναν με τα μουλάρια και τα γαϊδούρια, που συχνά τη ρίχνανε και κάτω. Χειμώνες, βροχές, χιόνια, οι γέννες δεν ξέρουν από τέτοια. Θυμάται να την περνάει από το ποτάμι αγκαλιά ο πατέρας μιας ετοιμόγεννης. Ας μην μιλήσουμε για την κατάσταση που επικρατούσε στα σπιτικά, χωρίς τις σύγχρονες ανέσεις και τους στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής. Θυμάται να πέφτουν στο κρεβάτι μιας ετοιμόγεννης κουτσουλιές από τα σανίδια της οροφής. Από πάνω ήταν οι κότες.
Είχε και δύσκολες γέννες, κατάφερε να μετατρέψει μια ανώμαλη ισχιακή προβολή σε ομαλή και να σώσει το παιδί από βέβαιο θάνατο. Άθλος για τους επαΐοντες. Αντιμετώπισε προβλήματα πνιγμού από το λώρο, δίδυμες κυήσεις, δεν πέθανε ποτέ παιδί από δική της ευθύνη. Συνόδεψε ακόμη και λαμπρό επιστήμονα μαιευτήρα γυναικολόγο στην πρώτη του γέννα στην περιοχή κι ας είχε 39 πυρετό. Της το ζήτησε εκείνος προς τιμήν του, τιμώντας και την πείρα της και αντλώντας σιγουριά απ’ αυτήν. Σεβάστηκε ακόμη και μυστικά που ποτέ δεν πρέπει να βγαίνουν στο φως στις μικρές κλειστές κοινωνίες, γιατί τσαλακώνουν ζωές.
Διοχέτευσε αυτό το απόθεμα αγάπης που τη χαρακτηρίζει και στη δική της οικογένεια. Θα σας φανεί αστείο, μα είναι από τις ελάχιστες γυναίκες που έχω ακούσει να μιλάνε, όχι μόνο με σεβασμό και συμπάθεια, μα με ανυπόκριτη αγάπη για την πεθερά της, που «έδωσε πορτοκαλαδίτσα στη μάνα της, όταν την πήγαιναν άρρωστη στην Αθήνα και πού να ΄ξερε πως το παιδί της θα κοίταγε εκείνη», όπως της έλεγε.
Μιλάει για 70 χρόνια μαζί με τον σύντροφο της ζωής της, από παιδιά και νομίζεις πως βλέπεις ερωτευμένη κοπελίτσα. Κρατάει τα γράμματα που της έστειλε στην πορεία μιας ζωής, σαν να είναι θησαυρός. Έχει κορνιζώσει μια ζωγραφιά ενός φαντάρου από το μέτωπο του πολέμου του 40, γιατί την κοίταζε τότε και ήταν σαν να έβλεπε τον άνδρα της που έλειπε στον πόλεμο.

Αν είχα τώρα εδώ τους μαθητές μου, αυτό θα τους έλεγα, πόσα μπορείς να κάνεις, όταν αγαπάς. Το επάγγελμά σου, τους ανθρώπους, τη ζωή. Πόσο γεμάτη μπορεί να είναι τότε η ζωή σου. Πόσο νέος θα δείχνεις ακόμα και στα 80 σου. Πόσο αξίζει να έχεις ανθρώπους σαν την κυρά Μαρίκα σαν πρότυπο ζωής.
Κι ακόμα να θυμίσω σε όλους εμάς πόσο τυχεροί είμαστε που έχουμε συναντήσει, που έχουμε ζήσει, που έχουμε ακουμπήσει την ώρα της ανάγκης σε τέτοιους ανθρώπους.
Σ’ ευχαριστούμε κυρία Μαρίκα, να είσαι πάντα καλά….



ΥΓ: Ελπίζω να θυμήθηκαν να σου βάλουν προσκεφάλι τη μαξιλαροθήκη με τα γράμματα του κυρ-Πανταζή από το μέτωπο, που φύλαγες γι' αυτό το σκοπό.

Thursday, August 28, 2008

Μαθήματα ελευθερίας




Ο φίλος και συνάδελφος ήρθε από ελληνικό σχολείο της Γερμανίας, φέρνοντας στις αποσκευές του ένα βίντεο,(που δυστυχώς δεν μπορέσαμε να το αναρτήσουμε και ίσως ακόμα δεν πρέπει, γι' αυτό και το συναφές θεματικά των Pink Floyd), προϊόν της δουλειάς του με τους μαθητές. Στο σχολείο αυτό επικρατούσε απόλυτα αυταρχικό πνεύμα, απόλυτος έλεγχος και απόλυτη τάξη. Απηυδισμένοι από το ελληνικό εκπαιδευτικό φαινόμενο της πλήρους χαλαρότητας, προχειρότητας και ασυδοσίας, ίσως βιαστούμε να πούμε: "Αυτό είναι σχολείο!" , αλλά ας μη βιαστούμε. Το σχολείο, η παιδεία γενικότερα, έχουν ανάγκη την τάξη, την οργάνωση, την αποτελεσματικότητα, αλλά και την ελευθερία, το διάλογο, την επικοινωνία, τη χαρά. Ο φόβος, η καχυποψία, η ρουφιανιά, η υποταγή στην παράλογη εξουσία, καταπνίγουν ακριβώς αυτές τις δυνάμεις της ψυχής που θέλει να αναπτύξει η παιδεία. Διαμορφώνουν εξαρτημένα, φοβισμένα ανθρωπάκια κι όχι ανθρώπινες υπάρξεις ικανές να σκέπτονται και να πράττουν ελεύθερα.
Σ' αυτές τις συνθήκες οι εκπαιδευτικοί χάνουν το ρόλο τους, γίνονται από δάσκαλοι χωροφύλακες, από επιστήμονες ενεργούμενα μιας τυφλής ιεραρχίας, που τους απαξιώνει στα μάτια των μαθητών τους, πρώτα από όλα. Αν θέλουν να επιβιώσουν εκεί, πρέπει να σιωπούν και να εκτελούν. Κάθε αντίρρηση, κάθε άρνηση εκτέλεσης ισοδυναμεί με καταχώριση στη μαύρη λίστα και τίποτε καλό δεν προμηνύει για τη συνέχεια.
Πάντα όμως βρίσκεται κάποιος που αντιστέκεται. Και στην πιο μαύρη τυραννία.
Εδώ αυτός κατάφερε σε συνθήκες παρανομίας να γυρίσει αυτό το βίντεο με τους μαθητές του. Όλα έγιναν εν κρυπτώ, χωρίς πρόβες, σε χώρους εκτός σχολείου, στο σχολείο σε ώρες εκτός μαθημάτων, με πλήρη μυστικότητα. Θα μπορούσε ακόμα και αστυνομική δίωξη να επισύρει η πράξη αυτή κατόπιν εντολής της διεύθυνσης!
Τα κατάφεραν όμως. Αυτές οι ωραίες φατσούλες, οι ερασιτέχνες ηθοποιοί παίζουν τους εαυτούς τους, τους δασκάλους τους, διακωμωδούν και αποδυναμώνουν έτσι τον αυταρχισμό που καταδυναστεύει τις ζωές τους. Με ευρηματικότητα, χιούμορ, ζωντάνια, ουσία, ωραία μουσική, ωραία κίνηση.
Είμαι σίγουρη ότι αυτά τα μαθήματα ελευθερίας δεν θα τα ξεχάσουν ποτέ.

Sunday, August 24, 2008

Στην άγρυπνη επισκέπτρια

Είναι κακό να συνηθίζεις. Ζεις μέσα στην ασχήμια και δεν σε ενοχλεί. Ζεις μέσα στην ομορφιά και δεν τη βλέπεις. Περπατάς μέσα σε ξερά τοπία και δεν μπορείς να βρεις το νερό, τους ίσκιους, τα δέντρα. Ο ουρανός γίνεται σαν το σαλόνι σου, οικείος, σπιτικός, "το 'χεις δει πολλές φορές το φεγγάρι να βγαίνει". Μερικές φορές αρκεί μια άλλη ματιά να δανειστείς και όλα ξεθολώνουν, διακρίνονται. Υπάρχουν κάποιοι που μας δανείζουν μάτια, που μας κρατάνε ξύπνιους με την αγρύπνια τους, που μας χορταίνουν με το τσιγάρο τους που μένει πάντα αναμμένο "στην άμμο". Στο νησί μας έρχονται να κατακτήσουν κάθε μικρό κάστρο που στήσαμε να κλειστούμε. Δεν είναι κι άσχημα τελικά με τις πόρτες ανοιχτές. Ας μπαινοβγαίνουν ελεύθερα τα πετούμενα τις νύχτες να μας θυμίζουν πώς δεν είναι τελικά και τόσο απειλητική για το δέρμα μας η συνύπαρξη.





Και τότε το αλογάκι άρχισε να γυρίζει να μας κοιτάξει κάθε φορά που του φωνάζαμε.
Μας χάρισε και μια φωτογραφία να θυμόμαστε τις μέρες που ανακαλύψαμε ξανά τον τόπο μου. Μαζί.

Monday, April 28, 2008

Χρόνια πολλά



Στον αγαπημένο φίλο που γιορτάζει σήμερα και που μου χάρισε μια από τις πιο όμορφες πασχαλιές μες στο χειμώνα.
http://www.youtube.com/watch?v=_wG6Cgmgn5U&feature=related

Saturday, April 26, 2008

Καλή Ανάσταση!


Όλα πάνε καλά μέχρι τώρα στα ήθη κι έθιμα του νησιού μας, καθώς οι επισκέπτες από το βορρά ακολουθούν κατά πόδας όλες τις τελετουργίες και τις ενισχύουν, φέρνοντάς μας εξαίσια πασχαλινά καλούδια, χανιώτικες τούρτες, σαλονικιώτικα γλυκά και...υπέροχα οικολογικά αυγά, τελευταία μόδα στη Θεσσαλονίκη, λέει.

Friday, April 18, 2008

Ένα σκυλοτράγουδο μες στο χειμώνα.


Ο χειμώνας του 2003-4 ήταν από τους πιο δύσκολους που έχω ζήσει στο νησί. Λες και το ήξερε πως θα είναι ο τελευταίος και μου έκανε καψόνι. Ξεχάσαμε τι είναι το ρεύμα πολλές φορές και αρκετές πώς είναι να τρέχουν νερό οι βρύσες. Τα χιόνια θύμιζαν Άλπεις κι εγώ καθόλου δεν έμοιαζα με Χάιντι, γι' αυτό είχα πιάσει στασίδι στο τζάκι και δεν ξεκόλλαγα. Είχα ξεκοκαλίσει βιβλία και βιβλία υπό το φως των κεριών και ενός φακού, είχα μείνει στο έλεος ενός μικρού ραδιοφώνου, για να ακούω μουσική και υπήρξαν στιγμές που ακόμα κι εγώ, η συνηθισμένη, φοβήθηκα με την αγριότητα της χιονοθύελλας που σοβάντιζε κανονικά τους τοίχους και δεν έβλεπες ούτε στο μισό μέτρο.
Σε μία από αυτές τις βραδιές άκουσα από τον τοπικό μας σταθμό- μόνο αυτόν έπιανα και δεν ήταν κι ό,τι ποιοτικότερο- ένα σκυλάδικο. Τι σκυλάδικο δηλαδή, ωραίο τραγούδι ήτανε. Το έλεγε όμως ένας γνωστός "σκυλάς", από αυτούς που δεν άντεχα να ακούω ούτε για αστείο. Ποιος ήτανε όμως; Δεν πρόλαβα να ρωτήσω όσο τραγουδούσε. Μετά άρχισα να παρακαλάω την κόρη μου να μου πει ποιος είναι. Βρήκε ευκαιρία να χλευάσει για πολλοστή φορά τις μουσικές μου προτιμήσεις και με άφησε στην άγνοιά μου. Κανένας άλλος δεν είχε ιδέα για το ποιος είναι ο σκυλάς που τραγουδάει ροκ και το τραγούδι δεν το ξανάκουσα.
Πέρασαν λίγες μέρες, έφτιαξε λίγο ο καιρός και τότε ανοίγει ένα βράδυ η πόρτα, μπαίνει μέσα ο φίλος μου, ο Γιάννης από το νησί και μου λέει: "στον έφερα". Ήταν το πιο αγαπημένο μου φιλαράκι, ο Μήτσος, που είχε έρθει το καταχείμωνο στο νησί να μας δει. Τι χαρά είχα πάρει! Θυμάμαι που μου έλεγε μετά από καιρό πως μόνο τότε συνειδητοποίησε πόσο δύσκολα ήταν το χειμώνα εκεί, από την υποδοχή μου.
Περάσαμε μια όμορφη βραδιά με κουβεντούλα, κρασάκι, μεζεδάκια (μέχρι κουκιά σκορδαλιά έβγαλα από την κατάψυξη), κιθάρα και τραγούδι (έχει υπέροχη φωνή το φιλαράκι μου)
Σε κάποια στιγμή θυμήθηκα το τραγούδι και άρχισα: "Αχ, πού να στα λέω Δημήτρη, άκουσα ένα τραγούδι, από έναν σκυλά, δεν ξέρω ποιον, υπέροχο, με ξετρέλανε! Κάπως σε ροκ έφερνε, για δρόμους του πουθενά έλεγε..."
Δεν μου απάντησε. Πάω στο αυτοκίνητο μια στιγμή. Γύρισε με ένα δισκάκι. Ήταν αυτό! Το άκουγε κι εκείνος και μάλιστα λίγο πριν έρθει και του άρεσε πολύ.
Τώρα που λέγαμε για τα σκυλάδικα των εκδρομών με το Θερσίτη και τη Μαρία, είπα να φέρω ένα καλό στην παρέα να το ακούσουμε μαζί.
Είναι το αγαπημένο μου.
( Άλλωστε φεύγω αύριο, δεν προλαβαίνετε να μου πετάξετε...πιάτα)
http://www.youtube.com/watch?v=eWHWqnlFWPM

Thursday, March 13, 2008

Δεκαεφτά μέρες μοναχά



Στον Αυγουστή, που θα ταξιδέψει αύριο, γαμπρός, με τα βιολιά και τις λαμπάδες, και στους αγαπημένους του που θα τον κατευοδώσουν.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
27 ΙΟΥΝΙΟΥ 1906, 2 μ.μ.

Σαν το 'φεραν οι Χριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ' τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαεφτά χρόνια μοναχά με τα 'ζησες παιδί μου».
Και όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το 'πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κι ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα.
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα παιδί μου"

(Ανέκδοτα ποιήματα, εκδ. Ίκαρος 1982)

Sunday, February 17, 2008

Σε μια Ελλάδα που δε φοβάται το χιονιά.

http://www.youtube.com/watch?v=mqkqLMWwiPk
Μην ανησυχείτε, δεν πήρε η gyristroula τα βουνά απόψε (άλλοι ταξιδεύουν μέσα στα χιόνια). Νοστάλγησε άλλους τόπους, με πιο καθαρό χιόνι, με πιο αδρούς ήχους και ρυθμούς.
Ακόμα και μια νησιώτισσα μπορεί να έχει κάπου μια ορεινή Ιθάκη. Πού ξέρετε;

Με τον Μάνο Λοΐζο, το 1979

  Στον Άη Γιώργη στου Φαράλη, είδα το Μάνο Λοΐζο, τον Απρίλιο του 1979. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και είχε έρθει με την παρέα του Γιώργου του Δ...