Η κυρά Μαρίκα, η μαμή μας, πέθανε χθες. Μια ζωή αφιερωμένη στη ζωή. Ένας γλυκός, υπέροχος άνθρωπος, που μπορούσες να συζητάς μαζί του και να γαληνεύεις, να ξεχνάς τις δουλειές σου, τις έγνοιες σου, τα μικρά και τιποτένια, και να βλέπεις με πιο καθαρό βλέμμα τα μεγάλα και σπουδαία. Πριν από 4 χρόνια, ο δήμαρχος και φίλος μου, Γιάννης Γλυνός, σκέφτηκε να την τιμήσουμε σε μια εκδήλωση και μου ζήτησε να γράψω κάτι γι' αυτήν. Πήγα στο σπίτι της και, ενώ με περιποιόταν με τη φιλόξενη διάθεση των γυναικών της γενιάς της, μου είπε τόσα όμορφα πράγματα, που χάζεψα και δεν τα σημείωνα όλα. Με όσα κατέγραψα συνέθεσα ένα μικρό βιογραφικό κείμενο-παρουσίαση* και το διάβασα στην εκδήλωση. Δεν θα ξεχάσω τη συγκίνηση όλων και τη δική της χαρά. Χαίρομαι τόσο που προλάβαμε να στα πούμε αυτά, κυρά Μαρίκα. Που προλάβαμε να σε χειροκροτήσουμε, να σε τιμήσουμε, να σου δείξουμε επίσημα και τελετουργικά την ευγνωμοσύνη μιας μικρής κοινότητας ανθρώπων, που ευεργετήθηκαν από σένα. Μερικές φορές πέφτουμε στην παγίδα να τα αποφεύγουμε αυτά, να τα θεωρούμε περιττά ή υπερβολικά και να νομίζουμε πως αρκεί η ανεπίσημη αγάπη, η καθημερινή επαφή. Κι όμως πρέπει να μάθουμε να αποδίδουμε και στους απλούς ανθρώπους, που ζουν δίπλα μας και προσφέρουν, τα εύσημα που φυλάμε για τους μεγάλους και επισήμους, με ή χωρίς εισαγωγικά. Σ' αυτούς τους καιρούς, τους σακάτικους, θα πιανόμαστε όλο και πιο πολύ από αγκωνάρια σαν τη κυρά μαμή μας, για να μη βουλιάζουμε.
*Κείμενο:ΜΑΡΙΚΑ ΒΑΣΤΑΡΔΗ
ΜΙΑ ΖΩΗ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Η κυρά Μαρίκα, η μαμή, είναι στη συνείδηση όλων, μικρών και μεγάλων, όσων έγιναν αποδέκτες των υπηρεσιών της, μα κι όσων γεννήθηκαν μετά τη συνταξιοδότησή της, συνδεδεμένη με το επάγγελμά της, αλλά και πρόσωπο οικείο κι αγαπημένο, ταυτισμένο με τον τόπο μας.
Όλοι από παιδιά έχουμε ακούσει ιστορίες για γέννες στις οικογένειές μας κι όλες συνοδεύονταν από το «πήγανε να φέρουν τη μαμή».
Η κυρά Μαρίκα όμως δεν ήταν απλώς η μαμή των παραδοσιακών κοινωνιών, η πρακτική, που απλώς περίμενε να πέσει το παιδί, όπως λέμε. Ήταν η πρώτη επαγγελματίας μαία στην Άνδρο.
Γεννήθηκε το 1920. Η καταγωγή της ήταν από το Κοχύλου και είναι παιδί του Νικολάου και της Ειρήνης Δαπόντε, το γένος Τηνιακού. Σε ηλικία 5 ετών έχασε τη μάνα της από επιλόχεια λοίμωξη στο δεύτερο τοκετό της. Το γεγονός αυτό τη σημάδεψε, ακόμα και σήμερα, μάνα δυο γιων, γιαγιά τριών μεγάλων εγγονιών, ο καημός της για την πρόωρη απώλεια της μάνας της δεν έχει σβήσει. Τη θυμάται νεκρή στο σαλόνι και «τα μαλλιά της μέχρι εκεί» κι είναι σαν να σου μιλάει εκείνο το μικρό πεντάχρονο κοριτσάκι που «δεν έπαιξε ποτέ με κούκλες».
Κυρία Μαρίκα, τι όμορφη δικαίωση γι’ αυτόν τον πόνο σας αξίωσε η ζωή! Σώσατε τόσες γυναίκες που κινδύνευαν ακριβώς απ’ αυτό που σας στέρησε τη μητέρα σας κι όμως, μιλώντας μαζί σας, δεν ένιωσα ούτε στιγμή την έπαρση του δικαιωμένου ανθρώπου. Μόνο την αγάπη σας ένιωσα για τα παιδιά που πιάσατε, 800 τον αριθμό, για τις μάνες που όταν τις ξεγεννούσατε, τις φιλούσατε και τους λέγατε, «να είσαστε ευτυχισμένες, γίνατε μάνες». Να ξέρατε πόσο τις ζήλεψα αυτές τις γυναίκες, εγώ, που όπως όλες οι σημερινές, γέννησα σε ένα μεγάλο μαιευτήριο, με όλα τα κομφόρ, όμως τόσο απρόσωπο, τόσο ανίκανο να σε συντροφέψει στην πιο σημαντική στιγμή της ζωής σου!
Ταυτίστηκα μαζί σας όταν μου είπατε, «όταν πήγαινα να ξεγεννήσω, όλοι φωνάζανε, πότε θα γεννήσει, γιατί αργεί, η γυναίκα φώναζε από τους πόνους, δεν τα φοβόμουν αυτά, τα ήξερα, μα όταν έβλεπα να κλαίει η μάνα της ετοιμόγεννης, δεν άντεχα, έκλαιγα κι εγώ.» Θυμήθηκα κι εγώ που την κορυφαία αυτή στιγμή, το μυαλό μου πήγε στη μάνα μου και κατάλαβα.
Ας γυρίσουμε λοιπόν πολλά χρόνια πίσω, όταν ένας δάσκαλος στο δημοτικό, ο Καρυστινός, είδε πως η Μαρίκα τα έπαιρνε τα γράμματα και φρόντισε, μάζεψε υπογραφές των προέδρων, να τη στείλουν να εκπαιδευτεί ως μαία στην Αθήνα. Εκεί την πήρε υπό την προστασία του ο Μπούμπουρας, μεγάλος μαιευτήρας, διευθυντής στο Δημόσιο Νοσοκομείο Αθηνών. Ήταν ο ίδιος που δεν κατάφερε να σώσει τη μάνα της, όταν του την πήγαν ετοιμοθάνατη σχεδόν.
Μόλις τέλειωσε, 20 χρονών το 1940, ξέσπασε ο πόλεμος και γύρισε στην Άνδρο.
Εδώ στην αρχή, δεν την έπαιρνε κανένας. Ευτυχώς όμως βοήθησε ο έρωτας. Ο Πανταζής, μετέπειτα σύζυγός της και τότε αγαπημένος της, τη σύστησε σε μια θεία του στο Ρωγό, Σοφία Τέντε, και έτσι ξεκίνησε η καριέρα της. Άσκησε ελεύθερο επάγγελμα για 12 χρόνια και μετά διορίστηκε στο αγροτικό ιατρείο για άλλα 28, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε. Όταν ήρθε η ώρα της σύνταξης, της λέγανε από τη Σύρο πως την ξεχάσανε, μια και ούτε άδειες έπαιρνε, ούτε τους απασχολούσε ποτέ.
40 χρόνια γέννες, 40 χρόνια δίπλα στη μάνα και στο παιδί, μα και σ’ όλες τις γυναίκες που χρειάζονταν τη συμβουλή της.
Συνθήκες δύσκολες. Συγκοινωνία ανύπαρκτη. Την πήγαιναν με τα μουλάρια και τα γαϊδούρια, που συχνά τη ρίχνανε και κάτω. Χειμώνες, βροχές, χιόνια, οι γέννες δεν ξέρουν από τέτοια. Θυμάται να την περνάει από το ποτάμι αγκαλιά ο πατέρας μιας ετοιμόγεννης. Ας μην μιλήσουμε για την κατάσταση που επικρατούσε στα σπιτικά, χωρίς τις σύγχρονες ανέσεις και τους στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής. Θυμάται να πέφτουν στο κρεβάτι μιας ετοιμόγεννης κουτσουλιές από τα σανίδια της οροφής. Από πάνω ήταν οι κότες.
Είχε και δύσκολες γέννες, κατάφερε να μετατρέψει μια ανώμαλη ισχιακή προβολή σε ομαλή και να σώσει το παιδί από βέβαιο θάνατο. Άθλος για τους επαΐοντες. Αντιμετώπισε προβλήματα πνιγμού από το λώρο, δίδυμες κυήσεις, δεν πέθανε ποτέ παιδί από δική της ευθύνη. Συνόδεψε ακόμη και λαμπρό επιστήμονα μαιευτήρα γυναικολόγο στην πρώτη του γέννα στην περιοχή κι ας είχε 39 πυρετό. Της το ζήτησε εκείνος προς τιμήν του, τιμώντας και την πείρα της και αντλώντας σιγουριά απ’ αυτήν. Σεβάστηκε ακόμη και μυστικά που ποτέ δεν πρέπει να βγαίνουν στο φως στις μικρές κλειστές κοινωνίες, γιατί τσαλακώνουν ζωές.
Διοχέτευσε αυτό το απόθεμα αγάπης που τη χαρακτηρίζει και στη δική της οικογένεια. Θα σας φανεί αστείο, μα είναι από τις ελάχιστες γυναίκες που έχω ακούσει να μιλάνε, όχι μόνο με σεβασμό και συμπάθεια, μα με ανυπόκριτη αγάπη για την πεθερά της, που «έδωσε πορτοκαλαδίτσα στη μάνα της, όταν την πήγαιναν άρρωστη στην Αθήνα και πού να ΄ξερε πως το παιδί της θα κοίταγε εκείνη», όπως της έλεγε.
Μιλάει για 70 χρόνια μαζί με τον σύντροφο της ζωής της, από παιδιά και νομίζεις πως βλέπεις ερωτευμένη κοπελίτσα. Κρατάει τα γράμματα που της έστειλε στην πορεία μιας ζωής, σαν να είναι θησαυρός. Έχει κορνιζώσει μια ζωγραφιά ενός φαντάρου από το μέτωπο του πολέμου του 40, γιατί την κοίταζε τότε και ήταν σαν να έβλεπε τον άνδρα της που έλειπε στον πόλεμο.
Αν είχα τώρα εδώ τους μαθητές μου, αυτό θα τους έλεγα, πόσα μπορείς να κάνεις, όταν αγαπάς. Το επάγγελμά σου, τους ανθρώπους, τη ζωή. Πόσο γεμάτη μπορεί να είναι τότε η ζωή σου. Πόσο νέος θα δείχνεις ακόμα και στα 80 σου. Πόσο αξίζει να έχεις ανθρώπους σαν την κυρά Μαρίκα σαν πρότυπο ζωής.
Κι ακόμα να θυμίσω σε όλους εμάς πόσο τυχεροί είμαστε που έχουμε συναντήσει, που έχουμε ζήσει, που έχουμε ακουμπήσει την ώρα της ανάγκης σε τέτοιους ανθρώπους.
Σ’ ευχαριστούμε κυρία Μαρίκα, να είσαι πάντα καλά….
ΥΓ: Ελπίζω να θυμήθηκαν να σου βάλουν προσκεφάλι τη μαξιλαροθήκη με τα γράμματα του κυρ-Πανταζή από το μέτωπο, που φύλαγες γι' αυτό το σκοπό.