
Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας λαός που πίστευε πολύ ό,τι του λέγανε. Του είπανε, κάποτε θα είμαστε όλοι ίσοι, δεν θα υπάρχουν φτωχοί και πλούσιοι, θα ζούμε με ελευθερία και δίκιο και το πίστεψε. Βγήκε σε δρόμους και πλατείες, γκρέμισε κάστρα και βασιλιάδες, πόνεσε και μάτωσε σε μεγάλες μάχες και νόμιζε πως τώρα ήταν καιρός να απολαύσει τους κόπους του. Μα πριν καλά καλά το καταλάβει, καινούρια τείχη υψώθηκαν, καινούριοι βασιλιάδες, πάει η ελευθερία, πάει και το δίκιο και βρέθηκε κυνηγημένος, αυτός ο νικητής, και δακτυλοδεικτούμενος σαν προδότης και φονιάς.
Μάζεψε όμως τα κομμάτια που του περίσσεψαν, κρατήθηκε γερά, ανάστησε παιδιά, φύτεψε δέντρα,έκτισε σπίτια, ξενιτεύτηκε, έκανε προκοπή και καζάντια και είπε ας ζήσω τώρα καλύτερα, ας ζήσουν τα παιδιά μου καλύτερα.
Μα, αυτά ζήτησαν να πάρουν όχι μόνο σπίτια και χωράφια, θέλανε και το δίκιο, τη λευτεριά, θέλανε να κρατήσουν και το τιμόνι στα χέρια τους και με πολύ αγώνα, πολλά βάσανα, έφεραν και σ' αυτή τη χώρα τη δημοκρατία που ονειρεύτηκαν οι παππούδες τους.
Τώρα όμως οι εχθροί δεν φορούσαν κορώνες ή σειρήτια, ακριβά κοστούμια φορούσαν και καμιά φορά και ένα σκέτο ψηλολαίμικο μπλουζί να μην ξεχωρίζουν από το λαό, αλλά μόλις κάθονταν στο τιμόνι, ξέχναγαν και το λαό και το δίκιο του και άρχιζαν να γεμίζουν τις τσέπες με ό, τι μπορούσαν να αρπάξουν.
Κι ο λαός έκανε πως δεν έβλεπε τη μεγάλη κλεψιά, γιατί όλο και του έδιναν κι αυτουνού κανένα απομεινάρι, όλο και έκαναν τα στραβά μάτια, όταν πήγαινε κι αυτός να απλώσει το χέρι για να κλέψει κάτι.
Κι έτσι, σιγά σιγά, ακόμη κι αυτοί που δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να κλέψουν, συνήθισαν τόσο πολύ στην κλεψιά, που δεν θύμωναν καθόλου, αλλά έκαναν καλή παρέα με τους άλλους και τρωγόπιναν σαν καλοί φίλοι. Κι όλοι μαζί σιγά σιγά, ξέχασαν γιατί αγωνίστηκαν οι παππούδες κι οι πατεράδες τους, βάφτισαν το συμφέρον δίκιο, την αδιαντροπιά ελευθερία, το φαγοπότι και τη σπατάλη προκοπή.
Και το μεγάλο φαγοπότι καλά κρατούσε. Πρώτα φάγανε τους κόπους των γερόντων, μετά το μέλλον των παιδιών,τα δάση, τα ποτάμια, τις όμορφες πόλεις με τα πάρκα και τους κήπους. Δεν άφησαν ούτε τα σχολειά και τα νοσοκομεία, ούτε τις εκκλησιές και τα μοναστήρια. Το αφεντικό μασούλαγε το μεροκάματο του εργάτη, ο γιατρός το χέρι που του άπλωνε ο άρρωστος για βοήθεια,ο δάσκαλος τα γράμματα που μάθαινε στο μαθητή του, ο έμπορος καταβρόχθιζε ολόκληρο το πορτοφόλι του πελάτη του κι ο δικαστής έτρωγε με τα φλούδια το δίκιο ή το άδικο του κατηγορούμενου. Κι όσοι είχανε μια καλή καρέκλα πιάσει, την κάνανε μηχανή να κόβει λεφτά, άλλο αν αυτή έκοβε μαζί και τις σάρκες αυτής της χώρας της βαριόμοιρης.
Μα το πιο γερό και ανελέητο φαγοπότι έγινε σε άλλο τραπέζι. Στην πιο καλά κρυμμένη γωνιά της ακυβέρνητης πολιτείας, στις ψυχές του λαού της.
Τα άλεσαν όλα, το φιλότιμο, την ανθρωπιά, την ντροπή, τη λεβεντιά, την ανάγκη του διπλανού, την έγνοια, την απλότητα, την ντομπροσύνη, την ομορφιά.
Μόνη τους έγνοια να μην αφήσουν αυτά τα κακά ζιζάνια να ανθίσουν, και φρόντισαν να βάλουν πολλές οθόνες να τα ξεριζώνουν από τις ψυχές και τα μυαλά, σπέρνοντας άλλα υπναγωγά βότανα και ματζούνια.
Και μια μέρα, όλα αυτά έγιναν ένα μεγάλο κανόνι που έσκασε και για πρώτη φορά είδαν με τα μάτια τους και άκουσαν με τα αυτιά τους αυτό που τόσον καιρό κρύβοταν κάτω από τη μύτη τους: Η χώρα τους, όπως την ξέρανε, πια δεν υπήρχε, όλα όσα χτίσανε οι παππούδες τους με το αίμα τους και τον ιδρώτα τους, δεν υπήρχαν και δεν είχανε τίποτα να αφήσουν στα παιδιά τους. Μόλις έσκασε η κανονιά, σκόρπισαν όλοι σαν τους λαγούς και έψαχναν τους φταίχτες, μα πουθενά δεν τους έβρισκαν. Μόνο μεγάλους καθρέφτες παντού έβρισκαν. Και κάθε φορά που τους κοίταγαν, ένας άγνωστος απελπισμένος λαός τους ανταπέδιδε το βλέμμα.