Showing posts with label παραμύθι. Show all posts
Showing posts with label παραμύθι. Show all posts

Friday, June 15, 2012

Προεκλογικό παραμύθι από άλλη ζούγκλα

Σ΄ένα μεγάλο και πυκνό δάσος, μπορείς να το πεις και ζούγκλα, πήγανε για κυνήγι μια μέρα δυο ιθαγενείς, ο Μάου και ο Μίου. Αυτοί οι δυο είχανε πάντα τελείως διαφορετικές απόψεις για όλα: τα όπλα, τους στόχους, τις τεχνικές, το πώς θα γδάρουν τα θηράματα, το πώς θα τα μαγειρέψουν και πότε θα τα φάνε... Κυνηγούσαν λοιπόν ο καθένας με τον τρόπο του και δεν έμπαινε ο ένας στα χωράφια του άλλου. Ξάφνου, ακούνε φωνές, τρέχουν και τι να δουν, η ωραία Μία, το κορίτσι που και οι δυο ήθελαν και της πήγαιναν τα καλύτερα θηράματα, στα νύχια του λιονταριού! Ορμάει ο Μίου πρώτος στο λιοντάρι και αμέσως ο Μάου ορμάει σ' αυτόν: "Βρε άχρηστε, πού πας; Έτσι το πιάνουν το ακόντιο; Τίποτα δεν θα πετύχεις και θα δώσεις ψεύτικες ελπίδες στο κορίτσι. Βρε συ, για να τη σώσεις πρέπει να την πείσεις να αγωνιστεί να πάρει το λιοντάρι στα χέρια της, όλα τα θύματα των λιονταριών πρέπει να σωθούν μόνα τους, εμείς μόνο θα τα καθοδηγούμε τι να κάνουν. Έτσι μόνο θα φτιάξουμε μια ζούγκλα χωρίς λιοντάρια και τα κορίτσια θα περπατάνε αμέριμνα σ' αυτήν και οι μελισσούλες θα πετάνε από λουλούδι σε λουλούδι..." " Μα θα τη χάσουμε! Θα τη φάει το λιοντάρι! Έλα μαζί μου να τη σώσουμε και βλέπουμε μετά!" απαντάει ο καημένος ο Μίου και προσπαθεί να ξεφύγει και να τρέξει προς τα κει.
Θα προλάβει να βγάλει το κορίτσι από τα νύχια του λιονταριού;

Θα το ξέρουμε σε λίγες μέρες.
Μέχρι τότε, αν η λογική σας δεν συμφωνεί με το νόμο της ζούγκλας, τόσο το χειρότερο γι' αυτήν.

Tuesday, May 4, 2010

Λαϊκό παραμύθι


Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας λαός που πίστευε πολύ ό,τι του λέγανε. Του είπανε, κάποτε θα είμαστε όλοι ίσοι, δεν θα υπάρχουν φτωχοί και πλούσιοι, θα ζούμε με ελευθερία και δίκιο και το πίστεψε. Βγήκε σε δρόμους και πλατείες, γκρέμισε κάστρα και βασιλιάδες, πόνεσε και μάτωσε σε μεγάλες μάχες και νόμιζε πως τώρα ήταν καιρός να απολαύσει τους κόπους του. Μα πριν καλά καλά το καταλάβει, καινούρια τείχη υψώθηκαν, καινούριοι βασιλιάδες, πάει η ελευθερία, πάει και το δίκιο και βρέθηκε κυνηγημένος, αυτός ο νικητής, και δακτυλοδεικτούμενος σαν προδότης και φονιάς.
Μάζεψε όμως τα κομμάτια που του περίσσεψαν, κρατήθηκε γερά, ανάστησε παιδιά, φύτεψε δέντρα,έκτισε σπίτια, ξενιτεύτηκε, έκανε προκοπή και καζάντια και είπε ας ζήσω τώρα καλύτερα, ας ζήσουν τα παιδιά μου καλύτερα.
Μα, αυτά ζήτησαν να πάρουν όχι μόνο σπίτια και χωράφια, θέλανε και το δίκιο, τη λευτεριά, θέλανε να κρατήσουν και το τιμόνι στα χέρια τους και με πολύ αγώνα, πολλά βάσανα, έφεραν και σ' αυτή τη χώρα τη δημοκρατία που ονειρεύτηκαν οι παππούδες τους.
Τώρα όμως οι εχθροί δεν φορούσαν κορώνες ή σειρήτια, ακριβά κοστούμια φορούσαν και καμιά φορά και ένα σκέτο ψηλολαίμικο μπλουζί να μην ξεχωρίζουν από το λαό, αλλά μόλις κάθονταν στο τιμόνι, ξέχναγαν και το λαό και το δίκιο του και άρχιζαν να γεμίζουν τις τσέπες με ό, τι μπορούσαν να αρπάξουν.
Κι ο λαός έκανε πως δεν έβλεπε τη μεγάλη κλεψιά, γιατί όλο και του έδιναν κι αυτουνού κανένα απομεινάρι, όλο και έκαναν τα στραβά μάτια, όταν πήγαινε κι αυτός να απλώσει το χέρι για να κλέψει κάτι.
Κι έτσι, σιγά σιγά, ακόμη κι αυτοί που δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να κλέψουν, συνήθισαν τόσο πολύ στην κλεψιά, που δεν θύμωναν καθόλου, αλλά έκαναν καλή παρέα με τους άλλους και τρωγόπιναν σαν καλοί φίλοι. Κι όλοι μαζί σιγά σιγά, ξέχασαν γιατί αγωνίστηκαν οι παππούδες κι οι πατεράδες τους, βάφτισαν το συμφέρον δίκιο, την αδιαντροπιά ελευθερία, το φαγοπότι και τη σπατάλη προκοπή.
Και το μεγάλο φαγοπότι καλά κρατούσε. Πρώτα φάγανε τους κόπους των γερόντων, μετά το μέλλον των παιδιών,τα δάση, τα ποτάμια, τις όμορφες πόλεις με τα πάρκα και τους κήπους. Δεν άφησαν ούτε τα σχολειά και τα νοσοκομεία, ούτε τις εκκλησιές και τα μοναστήρια. Το αφεντικό μασούλαγε το μεροκάματο του εργάτη, ο γιατρός το χέρι που του άπλωνε ο άρρωστος για βοήθεια,ο δάσκαλος τα γράμματα που μάθαινε στο μαθητή του, ο έμπορος καταβρόχθιζε ολόκληρο το πορτοφόλι του πελάτη του κι ο δικαστής έτρωγε με τα φλούδια το δίκιο ή το άδικο του κατηγορούμενου. Κι όσοι είχανε μια καλή καρέκλα πιάσει, την κάνανε μηχανή να κόβει λεφτά, άλλο αν αυτή έκοβε μαζί και τις σάρκες αυτής της χώρας της βαριόμοιρης.
Μα το πιο γερό και ανελέητο φαγοπότι έγινε σε άλλο τραπέζι. Στην πιο καλά κρυμμένη γωνιά της ακυβέρνητης πολιτείας, στις ψυχές του λαού της.
Τα άλεσαν όλα, το φιλότιμο, την ανθρωπιά, την ντροπή, τη λεβεντιά, την ανάγκη του διπλανού, την έγνοια, την απλότητα, την ντομπροσύνη, την ομορφιά.
Μόνη τους έγνοια να μην αφήσουν αυτά τα κακά ζιζάνια να ανθίσουν, και φρόντισαν να βάλουν πολλές οθόνες να τα ξεριζώνουν από τις ψυχές και τα μυαλά, σπέρνοντας άλλα υπναγωγά βότανα και ματζούνια.
Και μια μέρα, όλα αυτά έγιναν ένα μεγάλο κανόνι που έσκασε και για πρώτη φορά είδαν με τα μάτια τους και άκουσαν με τα αυτιά τους αυτό που τόσον καιρό κρύβοταν κάτω από τη μύτη τους: Η χώρα τους, όπως την ξέρανε, πια δεν υπήρχε, όλα όσα χτίσανε οι παππούδες τους με το αίμα τους και τον ιδρώτα τους, δεν υπήρχαν και δεν είχανε τίποτα να αφήσουν στα παιδιά τους. Μόλις έσκασε η κανονιά, σκόρπισαν όλοι σαν τους λαγούς και έψαχναν τους φταίχτες, μα πουθενά δεν τους έβρισκαν. Μόνο μεγάλους καθρέφτες παντού έβρισκαν. Και κάθε φορά που τους κοίταγαν, ένας άγνωστος απελπισμένος λαός τους ανταπέδιδε το βλέμμα.

Saturday, March 27, 2010

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι για το Πάσχα.


Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μεγάλη και βαθιά θάλασσα ζούσανε έξι νησιά ταξιδιάρικα. Σαλαγιασμό δεν είχανε αυτά τα νησιά, μπλέκανε το καθένα και σ' άλλο ταξίδι. Το γαλάζιο το πιο δυνατό νησί, ήθελε εκτός από δυνατό να γίνει και πολύ σοφό και πήρε πολλά βιβλία να διαβάσει, έμαθε από κει πολλά μυστικά για τους ανθρώπους και χάθηκε μέσα στις σελίδες τους. Το πράσινο νησί είχε άλλο ταξίδι. Πάλεψε να δώσει τις γνώσεις του στον κόσμο και να τον αλλάξει, μα ο κόσμος έχει ένα πείσμα να μένει ο ίδιος και το πράσινο νησί κουράστηκε και θύμωσε, αλλά ακόμα παλεύει χωρίς σταματημό. Το κόκκινο νησί, πάλι, ταξίδια σε χώρα μακρινή και άγνωστη έκανε. Βρήκε και έφερε από κει θησαυρούς και μαλάματα και άφθονα μυρωδικά κάθε λογής να τα δώσει απλόχερα σε όσους ψάχνουνε να ντύσουν την ψυχή τους με ομορφιά. Το μικρό πορτοκαλοκίτρινο νησάκι με το τόπι του, έπαιξε έπαιξε με την ψυχή του. Έριξε μπαλιές χαράς σε όσους είχαν ανοιχτά τα χέρια και ταίριαξε τραγούδια στα μέτρα του κάθε επισκέπτη του. Το μικρό βραχονησιδάκι, τώρα, ζαβολιάρικο σαν τη νονά του το άτιμο, όλο άφηνε τη θάλασσα και τσουπ σκαρφάλωνε στο παλιό του στέκι, το γαλάζιο νησί, να το συντροφεύει και να το προσέχει μη το καταπιούν τα πολλά ανοιχτά βιβλία του. Μα, όποτε ξαναγίνοταν νησί άφηνε τους επισκέπτες του να ακουμπήσουν πάνω του ιστορίες, χρώματα, μουσικές. Τέλος, το ρόδινο νησί της πανέμορφης (μην το ξεχνάμε αυτό) νεράιδας, με τους ανέμους να του γυρίζουν τα μυαλά κι έναν ψαρά να του ανακατεύει τα χωρικά του ύδατα, νοστάλγησε τόσο τα υπόλοιπα, που ζήτησε από την καλή νεράιδα να κάνει τα μαγικά της και να τα μαζέψει όλα στο ίδιο λιμάνι. Κάθισε λοιπόν κι αυτή και ζύμωσε μια πίτα με κάθε λογής μαγικά και ξόρκια, την πλούμισε με αξεπέραστη τέχνη από αρχαία ιερογλυφική γραφή και γύρισε το χρόνο να δείχνει χριστούγεννα, γιατί αυτή είναι η γιορτή των νησιών που ανταμώνουνε και δένονται στο μαγικό κύκλο της αγάπης. Κι επειδή όπως φαίνεται αυτοί θα ζήσουν καλά, ευχόμαστε και σε όλους εσάς να ζήσετε ένα ακόμη καλύτερο χριστουγεννιάτικο Πάσχα.

Friday, February 19, 2010

Το παραμύθι που δεν το πιστεύουνε


Αφιερωμένο εξαιρετικά σε κείνον που του αρέσουν τα παραμύθια μου

Αυτό το παραμύθι δεν το πιστεύουνε, γιατί είναι το πιο αληθινό απ'όλα. Δεν παραπονιέται όμως, γιατί ξέρει ότι είναι το μόνο μέρος που μπορεί να κρύψει την αλήθεια να μην τη λερώσουν με ψέματα.
Πώς αρχίζει; Μα φυσικά όπως όλα τα άλλα:
Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια όμορφη χωριατοπούλα ροδομάγουλη και σερπετή, που ήθελε να βρει το βασιλόπουλό της να παντρευτεί. Κι επειδή στο μικρό της χωριό δεν είχε βασιλόπουλα ούτε για δείγμα, είπε να πάει σε μια μεγάλη εκκλησιά να παρακαλέσει την παναγιά να της στείλει ένα βασιλόπουλο από τα βρισκούμενα, να την κάνει κυρά κι αρχόντισσα.Η παναγιά έψαξε, αλλά βασιλόπουλο δεν είχε και της έστειλε έναν σοφό δικαστή. Ο δικαστής, την είδε και την αγάπησε πριν προλάβει να βγει καλά καλά από την εκκλησία και την παντρεύτηκε με δόξες και τιμές.
Από μια τέτοια ευλογημένη ένωση δεν θα μπορούσε παρά να γεννηθεί ένα ξεχωριστό παιδί.
Ένα παιδί που κληρονόμησε τη σοφία και τη γνώση του πατέρα, αλλά κι όλα τα δώρα του μικρού χωριού της μάνας. Θεόρατους καλόκαρδους συγγενείς, σπίτια σκιερά στα καλοκαιρινά μεσημέρια, χαρούμενα γέλια όμορφων γυναικών και κοριτσιών στην αυλή, καρπούς της γης και γάλα άφθονο που του έδιναν να το πίνει για να γίνει δυνατό και γενναίο παλικάρι.
Και μόλις έγινε έτσι όπως τον ήθελαν, ήσυχος δεν κάθισε ποτέ. Ταξίδεψε πολύ και γνώρισε σοφούς ανθρώπους και όμορφες χώρες. Αγάπησε τα έργα των ανθρώπων και τις γλώσσες τους, γέμισε την ψυχή του με τόση ομορφιά και τόση γνώση, που δεν ήξερε τι να τα κάνει. Τότε τον βρήκε ο έρωτας και ήταν το πιο μεγάλο και το πιο μακρινό του ταξίδι. Χάθηκε στους δρόμους του, έστησε το σπιτικό του στην αγκαλιά του, και πορεύονταν ευτυχισμένος άνθρωπος με τη φαμίλια του και το έχει του.
Και τώρα ήρθε η ώρα για το ζήσανε αυτοί καλά;
Αμ' δε! Ξανά μανά απ' την αρχή, κόκκινη κλωστή δεμένη...γιατί ξανάρχισε το παραμύθι ή μάλλον δεν τέλειωσε ποτέ.
Μια μέρα που ο γιος του δικαστή είχε πάει στη δουλειά του, ήρθε και τον βρήκε ένας λαός κατατρεγμένος, ένας λαός χωρίς πατρίδα, χωρίς κονάκι και σπιτικό. Κι αυτός χωρίς να φοβηθεί, άφησε την ήρεμη ζωή του, πήρε το γυλιό του στρατιώτη κι ακολούθησε το λαό χωρίς πατρίδα σε μια μακρινή πορεία μέσα σε ερήμους και στρατόπεδα, μέσα σε βομβαρδισμούς και γκρεμισμένες πόλεις, μέσα σε νεκρά παιδιά και απελπισμένες μάνες, δίπλα σε γενναίους πολεμιστές που τού 'γιναν αδέλφια και σύντροφοι.
Πολύ δρόμο έκανε ο γιος του δικαστή και της χωριατοπούλας και πολλά καζάντισε η ψυχή του σ' αυτή τη στράτα. Μπορείς αν θέλεις και τώρα να δεις τα καζάντια του, αν τον κοιτάξεις στα μάτια. Γιατί εκεί κρύβεται πάντα ο πλούτος που κερδίζει η ψυχή στο ταξίδι της.

Wednesday, February 17, 2010

Ονειρεύομαι τους φίλους μου


Ξυπνώ και έχω μαζί μου ένα όνειρο. Ήμασταν, λέει, σε μια πόλη, δίπλα στη θάλασσα και μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο. Κάθε δωμάτιο είχε διαφορετικό χρώμα και μπορούσες να πηγαίνεις σε όποιο ήθελες, ανάλογα με τα κέφια σου. Αν ήθελες λύρες και μουσικές ωραίες και ατελείωτα γέλια και πειράγματα, πήγαινες στο γαλάζιο. Αν τραβούσε η ψυχή σου να στολιστεί με πετράδια πολύτιμα, να γίνει αβάσταχτα όμορφη και μαγευτική, πήγαινες στο κόκκινο. Αν πάλι ήθελες λίγα σοφά λόγια, πολλά βιβλία, και δύναμη να ξανακτίσεις τον κόσμο από την αρχή, πήγαινες στο πράσινο. Μα,αν ήθελες να ξαναγίνεις ανέμελο παιδί και να τρέξεις πίσω από ένα τόπι ένα απόγευμα Κυριακής, έπρεπε να πας στο πορτοκαλί δωμάτιο χωρίς δεύτερη σκέψη. Ε, ακόμα κι αν ήθελες μια ζεστή πετρούλα να ακουμπήσεις δίπλα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα σα ναυαγός, είχαμε το καφετί, μην το ξεχνάμε που είναι και παραπονιάρικο.
Εντάξει οι...πανέμορφες νεράιδες μπορούν να κάνουν πανέμορφα όνειρα, αλλά για να πραγματοποιηθούν χρειάζονται και λίγη βοήθεια από τους φίλους τους!

ΥΓ: Για όσους δυσκολεύονται με χρώματα και αποχρώσεις, δείτε εδώ και εδώ

Monday, September 29, 2008

Επιμύθιο


Θέλετε την τρίτη συνέχεια, έτσι; Του παραμυθιού μας. Γιατί ζούμε πια και επισήμως στο δικό μας παραμύθι. Και τα έχει όλα, πριγκιποπούλες, βοσκοπούλες, νεράιδες (πανέμορφες αυτές, μη ξεχνιόμαστε),μακρινά νησιά, ιππότες, σοφούς, ροβινσώνες... ακόμα και μαγεμένους γάτους και σκύλους και δέντρα και μαγικά βοτάνια (θου, κύριε...).
Δεν θα σας την πω όμως. Γράφεται πια τόσο ευανάγνωστα για όλους μας, μας απορροφά τόσο η ανάγνωσή του, που προτιμάμε να το ζούμε από το να το αφηγούμαστε.
Να πω όμως ένα μεγάλο ευχαριστώ από εδώ στις γαλάζιες και μπλε αποχρώσεις που έχει η αγάπη και η έγνοια, στο άλικο κόκκινο της ομορφιάς και του αληθινού πλούτου, στο πράσινο της ήρεμης(ναι, επιτέλους) δύναμης και σοφίας (που χρειάζεται όμως κι ένα δικηγόρο του διαβόλου πότε πότε), στην πορτοκαλοκίτρινη χαρά της ζωής, που μας γιάτρεψε πιο πολύ κι από το βοτάνι της (θου κύριε...), στη χρυσαφιά πέτρα που κυλάει και δεν χορταριάζει.
Και σε μια αληθινή κυρία που μας τίμησε με την παρουσία της και την αγάπη της.
Τέλος να καλωσορίσω τις νέες παρουσίες στη νησιωτική μας πολιτεία.
...και εμείς καλύτερα.

Saturday, May 3, 2008

ΠΑΡΑΜΥΘΙ- ΜΕΡΟΣ Β΄



http://anemomylos2.blogspot.com/2008_03_01_archive.html

Το θυμάστε εκείνο το παραμύθι;
Ε, λοιπόν είχε τόση πέραση που μου ζήτησαν να το κάνω σίριαλ ή έστω να γράψω ένα δεύτερο μέρος. Χαλάω εγώ χατίρια;

Παραμύθι να ξαναρχινήσει λοιπόν!

............
Κι εκεί που λέτε που τα πέντε νησάκια μας καλοπερνούσαν και τρώγαν κι έπιναν, μια μικρή όμορφη πετρούλα πάνω στο πρώτο, το μεγάλο γαλάζιο νησί, τα καμάρωνε και λαχταρούσε να πέσει κι αυτή στη θάλασσα να γίνει βράχος, ν' απλωθεί και να πάει μαζί με τ' άλλα, με τον άνεμο και το κύμα αγκαλιά.
Πήγαινε μέχρι την ακτή, έβαζε το πέτρινο ποδαράκι στο νερό, μα το μεγάλο γαλάζιο νησί της έλεγε: "Πού πας καημένη, δεν κάθεσαι εδώ στα ζεστά σου, άγριο το πέλαγο κι εσύ είσαι μια πέτρα καλομαθημένη και θα σε πάρουν τα κύματα και θα σε πάνε γραμμή στον πάτο!" Ή άλλοτε πάλι: "Ε, τι θέλει μια καθώς πρέπει πέτρα με πιάνο και γαλλικά στις θάλασσες και τα πελάγη;"
Τι να κάνει κι η πετρούλα μας, έμενε στη θέση της και κοίταζε τα άλλα νησιά να στροβιλίζονται με γέλια και καμώματα κι αυτή παραπονεμένη ήτανε.
Ώσπου μια μέρα, μια καλή και πανέμορφη (προπαντός αυτό) ξανθιά νεράιδα βγήκε από τα κύματα και της είπε: "Μικρή μου πετρούλα, δεν έχεις ακούσει την παροιμία, πέτρα που κυλάει μαλλί δεν πιάνει; Τι κάθεσαι εκεί και κοντεύεις να βγάλεις ρίζες; Πάμε να πάρεις το βάπτισμα του νερού, να γίνεις βραχονησίδα, να σε ταξιδεύουν τα νερά, να σε τραγουδάνε οι φάροι και τα ναυτόπουλα και να πολεμάνε για σένα χώρες και πολιτείες;"
Και με το ραβδάκι της έκανε την πέτρα μας να κυλήσει (like a rolling stone, που λέει κι ένα παλιό λαϊκό τραγουδάκι) και πλαφ να πέσει στη θάλασσα!
Α, τι χαρές που κάνανε τα άλλα νησιά! Ήτανε βλέπεις η βραχονησίδα μας στέρεη και γερή να ακουμπάς στις φουρτούνες και να μη ζαλίζεσαι και ήξερε πιο πολύ από όλους να αφήνει τις ιστορίες των ναυαγών, που έρχονταν πάνω της, να ακούγονται, χωρίς να τις ζαλίζει με πολλές πολλές ερωτήσεις.
Ακόμα και το γαλάζιο νησί τη δέχτηκε σιγά σιγά στον κύκλο τους, με μια μικρή σπρωξίτσα του μικρού πορτοκαλοκίτρινου, είναι η αλήθεια. Το πράσινο όμως, που δεν την είχε δει να πέφτει στο νερό, χωμένο όπως ήταν στα κιτάπια του, την τριγύριζε όλο απορία και ρωτούσε τα άλλα πού βρέθηκε αυτή η εκλεκτή βραχονησίδα κι από πού κρατάει η σκούφια της. Μέχρι τη νονά της, την πανέμορφη νεράιδα ρώτησε, μα αυτή γέλασε και βούτηξε στα κύματα, η σκληρή.
Ποιος θα πάει τώρα μέχρι το πράσινο νησί να του πει το μυστικό να ησυχάσει;
Πέστε του να αναφωνήσει μόλις τη δει: "spiritus ubi vult spirat" Είναι τα μόνα νησιά που καταλαβαίνουν αυτή την παράξενη γλώσσα σε όλη τη θάλασσα!

ΥΓ Οι φωτογραφίες του μωρού από τη βάφτιση, ευγενική προσφορά φίλου αναγνώστη από τη Θεσσαλονίκη. Τον ευχαριστώ πολύ και γι' αυτές και για τις υπέροχες μουσικές που μου στέλνει (όπως το σάουντρακ του il postino που δεν το έβρισκα πουθενά αλλού). Μόλις μπορέσω θα τις ανεβάσω, για να τις μοιραστώ μαζί σας

Monday, March 31, 2008

Παραμύθι ν' αρχινήσει

Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν, σε μια μακρινή και παράξενη εποχή, ένα νησί ολομόναχο. Μια κακιά μάγισσα, που της άρεσε να βασανίζει μικρά νησιά, το είχε μαγέψει να μην καταλαβαίνει τις γειτονικές του στεριές, γιατί φύσαγε πολύς αέρας και άλλαζε τα λόγια τους και έφταναν σ' αυτό παραμορφωμένα και πέταγαν πάλι πίσω άπρακτα και τίποτε δικό του δεν έπαιρναν μαζί τους στην απέναντι στεριά.
Να που όμως μια καλή νεράιδα που προσέχει τα νησιά που είναι μόνα, τάραξε με το μαγικό ραβδάκι της δυνατά τα νερά και έγινε μεγάλος σεισμός και μπουρμπουλήθρες πολλές και κύματα θεόρατα. Κι εκεί που κοίταζε κι εθαύμαζε λοιπόν το νησάκι, να σου ξάφνου που πρόβαλε ένα άλλο νησί, μεγάλο και δυνατό, με γενναίους πολεμιστές και λυράρηδες, με λυγερές και κάστρα κι αρχοντόπουλα. Κι όλα αυτά μαζί χίλιες δυο ιστορίες λέγανε και τραγούδια πολλά και χρώματα γαλάζια στέλνανε στο νησάκι μας.
Και όσο να πεις και να καλοπείς, να που κι άλλο νησί ξεφύτρωσε δίπλα στο πρώτο. Πράσινο αυτό, με χώμα και δένδρα, που είχανε μακριά κλαδιά και ρίζες βαθιές και φέρνανε χυμούς ωραίους από πολύ παλιά και τους έκαναν καρπούς γλυκούς και θρεπτικούς για κάθε πεινασμένο διαβάτη. Και μπορούσε τώρα το νησάκι μας να ξαποστάσει στους ίσκιους και να γευθεί τους καρπούς και να ακούσει τις ιστορίες που λέγανε τα φύλλα στον άνεμο που τα ρωτούσε.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, ξάφνου από τα νερά, νησί μαγικό αναδύεται. Άλικο και φωτεινό σαν τα ηλιοβασιλέματα του Αιγαίου, γεμάτο με όλα τα θαυμαστά στολίδια που θεοί αρχαίοι και πειρατές και θαλασσοπόροι άφησαν πάνω του. Και το νησάκι μας μπορούσε να ανοίγει όλα τα σεντούκια, να βγάζει θησαυρούς και να στολίζεται και να κάνει κι αυτό πως είναι πότε πριγκίπισσα, πότε μεγαλοκυρά κι αρχόντισσα με πύργους και υποστατικά και κτήματα.
Δεν πρόλαβε να το χαρεί καλά καλά και να σου επάνω στα νερά κι άλλο ένα μικρό νησάκι, πορτοκαλί και κίτρινο, χαρούμενο σαν τόπι, που ξέφυγε από ροδομάγουλο παιδάκι μια Κυριακή απόγευμα.
Αυτό το νησί πολύ γελαστό ήτανε και ήθελε να δίνει τα παιχνίδια του τα μαγικά σε όλα τα νησιά να παίζουν και τα ρούχα του τα ανθισμένα να ντύνονται και να ζεστοκοπιούνται. Ένα μεγάλο τζάκι άναβε στη μέση του κι εκεί κόνευε το νησάκι μας κι απάγκειαζε κι άκουγε τις ιστορίες του και τα τραγούδια του, μέχρι να ξημερώσει.
Κι η ζωή πια μαλάκωσε απ' τη ζέστη, το γέλιο, τη συντροφιά και τα όμορφα λόγια και κύκλος έγινε και έκλεισε όμορφα γύρω τους. Έκλεισε, μα δεν κλείδωσε κανέναν απέξω, γιατί είναι για να μπαινοβγαίνει όποιος τις ιστορίες και τα τραγούδια αγαπά και θέλει να του λένε παραμύθια.

Με τον Μάνο Λοΐζο, το 1979

  Στον Άη Γιώργη στου Φαράλη, είδα το Μάνο Λοΐζο, τον Απρίλιο του 1979. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και είχε έρθει με την παρέα του Γιώργου του Δ...