Κράταγες το γραπτό σου σήμερα κι έλαμπες! Πάνω του ένα ολοστρόγγυλο δεκατριάρι. Πρώτη φορά έβλεπες τέτοιο νούμερο κατακόκκινο πάνω στην κόλλα. Για πολύ καιρό οι αριθμοί άρχιζαν από το μηδέν. Μηδέν πέντε, μηδέν επτά...Σαν πράκτορες σε έργο κατασκοπείας δευτέρας διαλογής. Λίγο μετά, άρχισαν να έχουν δύο ψηφία, αλλά κι αυτά μόνο...δυαδικής έμπνευσης. Το 1 και το ο, το 1 και το 1, και πάλι να παραπατάνε οι άσσοι και να τους παίρνουν την πρωτιά τα μηδέν. Μάχη κι αυτή! Το βαρύ πυροβολικό της ήταν ένα ποίημα. Σαραντάρης. Μπήκε στην τάξη και μαζί του μια θάλασσα. Να απλώνεται και να ξυπνάει δίπλα σε κοιμισμένους μαθητές, να βρέχει τα θρανία, τις σάκες. Ψάχνανε όλοι να βρούνε τους "μαιάνδρους της μέρας" κι αυτοί παίζανε κρυφτό πίσω από την έδρα, σκαρφάλωναν στον πίνακα, να μην τους πιάσουν. Μετά που τραβήχτηκαν τα νερά αποκαλύφθηκε ένα καινούριο τοπίο. Όλα είχαν αλλάξει. Κι εσύ. Την άλλη μέρα έφερες ένα ποιηματάκι. Σου έμοιαζε πολύ, ντρέπονταν, μίλαγε σιγά, αλλά ήταν πολύ όμορφο, το κατάλαβαν όλοι, χαμογέλασε σε όλους. Μας μίλησε για το όνειρό σου που ήταν ολόιδιο με το δικό μας. Μια σύμπτωση!
Από τότε το ποιηματάκι με το καλό ποδαρικό του...σου έδωσε το δεκατριάρι το κόκκινο.
Και σε μένα μια κατακόκκινη μέρα σήμερα, μέσα στη σκοτεινή πόλη.
Σαν εκείνη τη μέρα του Σαραντάρη "που ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη μετρήσει, που ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη χωρέσει".
Από τότε το ποιηματάκι με το καλό ποδαρικό του...σου έδωσε το δεκατριάρι το κόκκινο.
Και σε μένα μια κατακόκκινη μέρα σήμερα, μέσα στη σκοτεινή πόλη.
Σαν εκείνη τη μέρα του Σαραντάρη "που ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη μετρήσει, που ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη χωρέσει".