Ήταν μια απ' αυτές τις σχολικές γιορτές για το Πολυτεχνείο. Λίγο πολύ όλες μοιάζουν. Ποιήματα, τραγούδια, ηχητικά ή κινηματογραφικά ντοκουμέντα, το χρονικό των γεγονότων, το νόημά τους για τότε και τώρα. Τίποτε συγκλονιστικό, τίποτε εξαιρετικό. Μια αξιοπρεπής επέτειος. Μια ωραία σχολική αργία. Κόντευε να τελειώσει. Όλοι προσδοκούσαμε μια ωραία βόλτα, έναν καφέ στην πλατεία, μικροί, μεγάλοι. Τελευταίος ο Στέφανος (συγνώμη Στέφανε, δεν σε ρώτησα γι' αυτό, ελπίζω να μη θυμώσεις). Είχε να κλείσει τη γιορτή με το ποίημα του Ρίτσου:
.....Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ - δύσκολος
δρόμος.
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον
κρατάς
όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου και
μετράς το σφυγμό του
πόνου σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι
χειροπέδες.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρο χέρι.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρος δρόμος.
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος.
Ο Στέφανος δεν είναι η ιδανική περίπτωση πρόθυμου μαθητή για σχολικές γιορτές. Είναι η ιδανική περίπτωση κανονικού εφήβου. Με όλη την αυθάδεια, την ανυπακοή και τη σκανταλιά της...περίπτωσης.
Γι' αυτό όταν πήρε το μικρόφωνο, μας κοίταξε όλους με το γνωστό ωραίο... θράσος του κι άρχισε να μας απαγγέλλει το ποίημα απέξω(πράγμα εντελώς ασυνήθιστο για τις σχολικές γιορτές στα γυμνάσια και τα λύκεια) με δυνατή και σίγουρη φωνή, μείναμε...άναυδοι. Ούτε εγώ που ήμουν η υπεύθυνη δεν ήμουν στο ελάχιστο προϊδεασμένη. Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτό το παιδί εκεί μέσα διέσωσε όλο το νόημα αυτής της γιορτής, μας είπε ότι δεν είναι το Πολυτεχνείο ακόμα ένα έθιμο της σχολικής ζωής, ότι ακόμα ανήκει στα νιάτα που το δημιούργησαν και δεν θα καταφέρουμε να το βάλουμε στο μουσείο, όλοι εμείς οι...νοσταλγοί ηρωικών ημερών.
ΟΚ, Στέφανε, ωραίο το μήνυμα, ωραίο και το μάθημα....