Saturday, March 23, 2013

Η παλιά μας sony


Πώς ήρθε άραγε στο νου μου η παλιά μας sony; Μια τεράστια, ασήκωτη, έγχρωμη τηλεόραση, μοντέλο '79, που έζησε κοντά μας πάνω από 30 χρόνια, χωρίς να την αγγίξει χέρι τεχνικού. Ώσπου μια ωραία πρωία, άρχισε να έχει κάτι συμπτώματα γήρατος και μέσα σε λίγες μέρες είχε αντικατασταθεί από μια σύγχρονη συσκευή, χωρίς ούτε έναν καθωσπρέπει αποχαιρετισμό. Κι όμως αυτή η sony είχε κάνει το γύρο του κόσμου για να φτάσει στο φοιτητικό μας διαμέρισμα στις αρχές του '80. Την είχε αγοράσει ο πατέρας μου το 1979 στην Ιαπωνία, μόλις είχε βγει από το εργοστάσιο. Την έβαλε στην καμπίνα του, ταξίδεψε ένα χρόνο σε όλο τον κόσμο, ξαναγύρισε Ιαπωνία και μετά ήρθε στην Ελλάδα, σώα και αβλαβής. Τώρα δεν ξέρω γιατί, βλέπω για πρώτη φορά αυτές τις εικόνες, μια ασήκωτη sony από λιμάνι σε λιμάνι, από ταξί σε ταξί, να κατεβαίνει σκάλες, να μπαίνει σε μια μικρή καμπίνα. Πόσο μικρή να ήταν άραγε; Και να δεσπόζει εκεί κλειστή περιμένοντας να δοθεί στους παραλήπτες της, έναν ολόκληρο χρόνο. Όταν ήρθε στην Ελλάδα, ήταν ελάχιστες οι έγχρωμες συσκευές, η απόδοση των χρωμάτων κακή, τα πρόσωπα έδειχναν άσχημα και ψεύτικα σαν μπογιατισμένα και η θέση της μέσα σε ένα λιτό φοιτητικό δωμάτιο κάπως αταίριαστη. Άσε που ποιος είχε όρεξη για τηλεόραση τότε; Πάντως, ελπίζω να μην είχαν όλα αυτά επισκιάσει την υποδοχή της, που καθόλου δεν τη θυμάμαι. Ίσως μέτρησε υπέρ της και η ειδικότητα του αδελφού μου, που ως ηλεκτρονικός είχε ένα σεβασμό παραπάνω στα επιτεύγματα της τεχνολογίας και θα είχε την ευκαιρία να την εγκαταστήσει, να της βρει κεραία, να τη συντονίσει. Όταν αργότερα κατέληξε στο σπίτι μου, είχε όλη τη φροντίδα και την προσοχή που της άρμοζε. Ξεσκόνιζα πάντα την ωραία της ξύλινη κορνίζα, καθάριζα τα μεταλλικά κουμπάκια της και έλεγα σε όποιον με ρώταγε ότι μου την έφερε ο πατέρας μου από την Ιαπωνία. Σιγά σιγά έγινε κι αυτή αόρατη, όπως όλα όσα συνηθίζουμε, και σπάνια την κοιτάζαμε με τον τρόπο που αναλογούσε στην αντοχή και στη διάρκειά της. Μόνο τώρα τελευταία με τα γεγονότα στην Ιαπωνία, την αναζήτησα ως συνδετικό στοιχείο με τη μακρινή χώρα και έγραψα ότι έμεινε κοντά μας για 25 χρόνια. Της έφαγα έτσι απερίσκεπτα μια πενταετία, όπως απερίσκεπτα την έδωσα για ανακύκλωση, χωρίς να της πω ένα αντίο της προκοπής.
Να λοιπόν, που και τα πράγματα διεκδικούν με αιφνίδιες επιδρομές στη μνήμη το δικό τους μνημόσυνο.


Thursday, March 21, 2013

Η ημέρα κατά του ρατσισμού στο σχολείο μας

Την προηγούμενη βδομάδα με τη Β΄Λυκείου στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας, είχαν γίνει εισηγήσεις από τις ομάδες των μαθητών για το ρατσισμό, τον φασισμό και το νεοναζισμό και για τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις που τους τροφοδοτούν. Για αυτή την Πέμπτη, και χωρίς να έχουμε σκεφθεί καθόλου την επέτειο κατά του ρατσισμού, είχαν αναλάβει να εκφωνήσουν ομιλίες στην τάξη (προσχεδιασμένες βάσει σχεδιαγράμματος,  χωρίς έτοιμο κείμενο), μια εργασία δύσκολη, αλλά πολύ προαγωγική του γλωσσικού επιπέδου των μαθητών και του προβληματισμού τους γενικότερα.
Όταν μου θύμισε ο διευθυντής μας τη Μέρα Κατά του Ρατσισμού, συνειδητοποίησα ότι συνέπιπτε με τη μέρα που θα γίνονταν οι ομιλίες κι έτσι, επικαλούμενη τον Κοέλιο και το σύμπαν που συνωμοτεί, παρά τους εύλογους ενδοιασμούς των μαθητών, τους έπεισα να μεταφέρουμε το μάθημα στην αίθουσα εκδηλώσεων του σχολείου.Όσοι τόλμησαν να μιλήσουν μπροστά σε όλο το σχολείο, χωρίς την ασφάλεια ενός χειρογράφου, (και για αρχή ήταν αρκετοί) μου χάρισαν μια από τις καλύτερες στιγμές που έχω ζήσει σ' αυτή την ευλογημένη δουλειά. Μίλησαν με αμεσότητα και αυθεντικότητα, χωρίς τον συνήθη διδακτισμό των μεγάλων και...των μικρομέγαλων και ο λόγος τους μας άφησε με ένα αίσθημα ασφάλειας και γαλήνης. Αν μπορούν να μιλάνε έτσι, αν μπορούν να σκέπτονται έτσι, καμιά κακιά σκουριά δεν απειλεί το λαμπερό τους μέταλλο, καμιά βαρβαρότητα δεν θα σκιάσει ποτέ την ανθρωπιά και τον πολιτισμό τους.
Τους ευχαριστώ και δηλώνω υπερήφανη που είναι μαθητές μου και επίσης αξίξουν κι ένα μεγάλο μπράβο τα τρία πρωτάκια που συμμετείχαν στην εκδήλωση με τις δικές τους εργασίες.

Sunday, March 10, 2013

Οι λεμπίνοι

Υπάρχουν διακρίσεις στα λουλούδια; Πόσο φιλελεύθερος και αδογμάτιστος μπορείς να γίνεις συνθέτοντας μια ανθοδέσμη; Αν αφήσεις την πεπατημένη οδό των καλλιεργημένων και αγορασμένων και ψάξεις να βρεις λουλούδια σε χωράφια και δρόμους, φαινομενικά έχεις απεριόριστες επιλογές. Μπορείς να στολίσεις το βάζο σου με ό,τι σου γυαλίσει, ό,τι βρεις στο δρόμο σου ανάλογα με την εποχή και τη διάθεσή σου. Μόνο φαινομενικά όμως: "Μα, έβαλες λεμπίνοι στο βάζο;" Ευθεία βολή κατά των αισθητικών σου προτιμήσεων, αλλά τα σκάγια να παίρνουν και τη διανοητική σου...αρτιμέλεια. Τα καημένα τα κατοχικά λούπινα, οι λεμπίνοι της Άνδρου, που κάποτε τα ξεπικρίζανε και τα τρώγανε, δεν τα καταδέχονται για στολίδι. Είναι η αφθονία τους που δεν μας αφήνει να δούμε το όμορφο μωβ και άσπρο λουλούδι τους, με το λεπτό άρωμα; Τα λουλούδια αξίζουν όταν δεν τα βρίσκεις παντού, όταν σπανίζουν ή όταν κρατάνε λίγο. Είναι οι εκλεκτοί που ξεχωρίζουν από τη μάζα, το ομοιόμορφο πλήθος, που κανείς δεν διακρίνει τις άπειρες διαφορετικές μονάδες που το συνθέτουν.
Εκτός αν κάτι αλλάξει τη ματιά σου, κάτι σε βοηθήσει να δεις το ωραίο μέσα στο ίδιο και στο πολύ.
Για μένα είναι μια εικόνα από τα παλιά, από τον πρώτο καιρό που ήμουν καθηγήτρια στο Κόρθι. Σε εκείνη την πρώτη φουρνιά καθηγητών που διοριστήκαμε το '85 και γίναμε από την αρχή μια παρέα, υπήρχε μια...αταίριαστη. Μια κοπέλα, λίγο μεγαλύτερη από μας- κανένας μας δεν είχε πατήσει τα 30- που δίδασκε καλλιτεχνικά και ερχόταν από τη Χώρα. Ήταν τόσο διαφορετική στην εμφάνιση. Εμείς μοιάζαμε με φοιτητές κι αυτή με μοντέλο γαλλικού περιοδικού. Άψογο μακιγιάζ, εξεζητημένο ντύσιμο, αψεγάδιαστη σαν πίνακας ζωγραφικής. Ευγενέστατη και φιλική, αλλά μάλλον η εικόνα της ήταν αποτρεπτική για να την πλησιάσουμε και να γίνει μέλος της παρέας. Τη θυμάμαι έντονα μια μέρα να μαζεύει λεμπίνοι έξω από το σχολείο. Τους κράταγε ανάμεσα στα μακριά καλοβαμμένα της νύχια και έλεγε: -Τι όμορφα που είναι αυτά; Πώς τα λένε;-Λεμπίνοι. Δεν τα μαζεύουμε εμείς αυτά. Καλύτερα να μαζέψεις ανεμώνες ή ζιμπούλια. Συνέχισε να τα μαζεύει και αυτή η εικόνα της πεισματικά εγκαταστάθηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλη. Σαν να μου λέει χρόνια τώρα την ίδια ιστορία για την ομορφιά και τα μάτια που τη βλέπουν ή δεν τη βλέπουν.
Σαν να ζητάει συγχώρεση και εξιλέωση με μια ανθοδέσμη λεμπίνοι στο βάζο.

Monday, February 18, 2013

Νεοελληνική Γλώσσα Β΄ Λυκείου: Μερικές προτάσεις για τα βιογραφικά είδη


Πέρυσι η διδασκαλία της Γλώσσας στην Α΄Λυκείου πήγε καλύτερα από ποτέ. Ένας καινούριος τρόπος προσέγγισης μας απελευθέρωσε από τη συνήθη διδακτική πορεία τη συνδεδεμένη με το βιβλίο και τα κριτήρια αξιολόγησης του μαθήματος ενδοσχολικά και πανελλαδικά. Περιμένα, όπως ήταν φυσικό, τη συνέχεια στη Β΄Λυκείου, αλλά όπως πολλά καλά πράγματα στην ελληνική εκπαίδευση, σταμάτησε άδοξα και αναιτιολόγητα. Απογοητεύτηκα κι εγώ, όπως και άλλοι συνάδελφοι, και προσπάθησα να μην απογοητεύσω και τα παιδιά, που είχαν αποκτήσει τόσο καλή εμπειρία από το περυσινό μάθημα και είχαν δει στην πράξη να βελτιώνεται ο λόγος τους και να απελευθερώνεται η έκφρασή τους, όσο ποτέ άλλοτε.

 Στην αρχή της χρονιάς η ενότητα Είδηση έτσι κι αλλιώς δεν νοείται εκτός επικοινωνιακού πλαισίου διδασκαλίας και όλες οι εργασίες έχουν ένα αντίκρυσμα στην πραγματική ζωή και στα ΜΜΕ που την απεικονίζουν και την διαμορφώνουν. Τώρα όμως τα πράγματα δυσκολεύουν. Η Βιογραφία δεν είναι εξ ορισμού μέσα στις ανάγκες έκφρασης και επικοινωνίας των μαθητών, αν εξαιρέσουμε ίσως το cv ή την συστατική επιστολή, κι αυτά έχουν μια μορφή τόσο τυποποιημένη που δεν προσφέρεται, νομίζω, για ιδιαίτερα δημιουργικές προσεγγίσεις. Σκέφθηκα λοιπόν να επαναπλαισιώσω κατά κάποιο τρόπο τη διδασκαλία της ενότητας θέτοντας στόχο την παραγωγή συγκεκριμένων κειμένων από τους μαθητές με βιογραφικό ή αυτοβιογραφικό περιεχόμενο.

Για αρχή, τους ζητήθηκε να φέρουν στην τάξη 4-5 φωτογραφίες τους από διαφορετικές ηλικίες, να γράψουν λεζάντες για καθεμία και να τις παρουσιάσουν στην τάξη. Είχαμε έτσι πολύ ενδιαφέρουσες αυτοβιογραφικές παρουσιάσεις που, επειδή τα παιδιά αυτά μεγάλωσαν μαζί, αλληλοσυμπληρώθηκαν και συνέθεσαν μια συλλογική αυτοβιογραφία όλης της τάξης.

Το επόμενο βήμα ήταν η συγγραφή βιογραφικών σημειωμάτων επιφανών και αφανών συντοπιτών τους. Από τον Θεόφιλο Καΐρη και την αδερφή του Ευανθία, στον γείτονά τους που η ζωή του για διάφορους λόγους έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Και στις δύο περιπτώσεις, τηρουμένων των αναλογιών, η ανθρωπογνωσία και η πατριδογνωσία που αποκομίζουμε συγκινητικά απρόσμενη και πολύ ευπρόσδεκτη.

Συνεχίζουμε με προσανατολισμό αυτή τη φορά στο μέλλον: Πώς βλέπουμε τον εαυτό μας σε 10 χρόνια; Τι βιογραφικό θα θέλαμε να έχουμε; Τι σπουδές, τι δουλειά, τι στόχους θα περιείχε ένα τέτοιο βιογραφικό; Δικαίωμα στο όνειρο; Όχι, υποχρέωση να βλέπουμε μπροστά, να βάζουμε στόχους, να οραματιζόμαστε ένα καλύτερο αύριο. Εντυπωσιακός ο ρεαλισμός και η ελπίδα που συνδύαζαν τα βιογραφικά των μαθητών, ούτε ανεδαφικά όνειρα, ούτε μίζερη αποδοχή της αδιέξοδης πραγματικότητας.

 Επόμενος στόχος η συστατική επιστολή:Τι θα έγραφε ο καθένας για τον διπλανό του σε μια τέτοια επιστολή, προκειμένου να τον βοηθήσει πχ στην εύρεση εργασίας ή στις σπουδές του; Πόσο καλά γνωρίζουμε τα προτερήματα και τις δεξιότητες του συμμαθητή μας, έτσι ώστε να μην του αποδώσουμε ανύπαρκτες αρετές ούτε να παραλείψουμε τα δυνατά του σημεία;

Στο επόμενο στάδιο με βάση το ερωτηματολόγιο μιας συνέντευξης, θα δοθεί η ευκαιρία να συνδυασθούν όλα τα προηγούμενα, με παραγωγή προφορικού λόγου, αυτή τη φορά.

 Το πρόβλημα είναι, βέβαια, ότι όλο αυτό θα καταλήξει σε μια εξέταση παλαιού τύπου με περίληψη, συνώνυμα-αντώνυμα, ερωτήσεις πάνω σε ένα κείμενο και μια έκθεση τύπου πανελληνίων.

 Κρίμα δεν είναι;


Friday, February 1, 2013

Οι φιλενάδες οι παλιές


Οι δυο παλιές φιλενάδες μεγάλωσαν μαζί σε ένα μικρό χωριό του νησιού που ούτε δρόμος ούτε ηλεκτρισμός το έφτασε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '70 σχεδόν. Τα παιδικά τους χρόνια γεμάτα, ξέχειλα, παιχνίδι. Παιχνίδι αδιάκοπο από διαβάσματα και σχολειά, που γέμιζε τις μέρες, τις εποχές, τα σπίτια, τις αυλές και τα δώματα, και κατέβαινε παραστημό- παραστημό μέχρι τον ποταμό, έτρεχε σε βρύσες και εκκλησιές και δεν σαλάγιαζε ούτε τις νύχτες, αφού όλο και κάποια βεγγέρα ή γιορτή θα τους έδινε την ευκαιρία να στήσουν το δικό τους κόσμο, δίπλα στις παρέες των μεγάλων. Πρώτη ανάμνηση μιας τέτοιας βραδιάς η γέννα του αδερφού της μιας, στα χοιροσφάγια. Η ετοιμόγεννη μάνα της να φωνάζει, άλλοι να τρέχουν για τη μαμμή κι άλλοι να προσπαθούν να αβγοκόψουν τη σούπα σε ένα καζάνι. Τα δυο κορίτσια τα είχε αναλάβει η μεγαλύτερη ξαδέρφη. Τους έδωσε τρία κόκκινα πραγματάκια να παίζουν (το ένα ήταν ένα μικρό σκουπάκι με κόκκινη λαβή, το άλλο ένα τσαντάκι, το τρίτο;). Καμιά δεν συμβιβάζονταν με καμιά μοιρασιά. Τα ήθελαν όλα τα κόκκινα και τα κλάματά τους ακούγονταν πιο δυνατά κι απ'της ετοιμόγεννης. Αυτό το βράδυ η μεγαλύτερη δεν ήταν ούτε τριών. Από τότε δεν ξανατσακώθηκαν ποτέ. Μερικοί άνθρωποι έχουν μια φυσική συνάφεια. Συνυπάρχουν χωρίς προσκόμματα, αλλά ούτε οι ίδιοι το εκτιμούν ιδιαίτερα. Τόσο φυσικό και αυτονόητο είναι. Σαν αναπνοή. Η μία από αυτές ήταν αγοροκόριτσο, πάλευε με τα αγόρια, ήθελε να κάνει τον καπετάνιο στο μεγάλο βράχο, τη Βαπόρα- αλλά μόνο μέχρι μάγειρας έφτασε- ήταν ατίθαση και γλωσσού και τα πήγαινε καλά στο σχολείο, χωρίς ωστόσο να αντιληφθεί εγκαίρως ότι έπρεπε να διαβάζει και στο σπίτι. Η άλλη πήγε μόνο στην Πρώτη γυμνασίου κι όταν έμεινε μετεξεταστέα, με μεγάλη ανακούφιση φόρεσε την ωραία ποδιά που της έραψε η μάνα της και επιδόθηκε με ζήλο στο νοικοκυριό. Κι από τότε αυτή η φιλία εξελίχθηκε συμπληρωματικά για την καθεμιά. Η νοικοκυρά προσγείωνε τη μαθήτρια στα παραδοσιακά έργα, στη γλύκα της σπιτικής ζωής, στην προσδοκία του γαμπρού και σε όλες τις ωραίες τελετουργίες που προετοιμάζουν τον ερχομό του:πανηγύρια, γιορτές, καλέσματα και επισκέψεις,κουτσομπολιά, κρυφομιλήματα και ατέλειωτες συζητήσεις μετά, αλλά και ωραία εργόχειρα για να φαίνεται η αξιοσύνη της νύφης. Τόσο, που ακόμα και η αρχικά ανεπίδεκτη στο κέντημα μαθήτρια κατάφερε να μάθει μια σταυροβελονιά και να φτιάξει κάτι χαριτωμένα καντράκια με γατάκια και λουλούδια, σαν αρχή μιας υποτυπώδους προίκας. Η νοικοκυρούλα, πάλι, άκουγε με ενδιαφέρον όσα της έφερνε η άλλη από το σχολείο,αποκτούσε εμπειρίες και ακούσματα πρωτόγνωρα για τον μικρόκοσμο του σπιτιού και δοκίμαζε έστω και δι'αντιπροσώπου τα καινούρια ήθη που σάρωναν τις αντιστάσεις της μικρής τους κοινωνίας. Γι'αυτό και αν δεν στο πει ότι πήγε μόνο μια τάξη στο γυμνάσιο, αποκλείεται να το καταλάβεις από τον τρόπο που σκέπτεται και μιλάει.Κάποτε όμως ήρθε η στιγμή να ακολουθήσει η καθεμιά το δρόμο της, αφού η μία πέρασε στο Πανεπιστήμιο, την ίδια εποχή που η άλλη έφτιαχνε το γάμο της. Δυο καθοριστικά γεγονότα για την υπόλοιπη ζωή τους, που φαινομενικά πια διέγραφε ασύμβατες τροχιές. Στην πραγματικότητα όμως ποτέ δεν απομακρύνθηκαν. Οι κλωστές που κλώθουν τα πρώτα μας βήματα στη ζωή είναι οι πιο γερές, όπως και οι πρώτες αγάπες. Δεν παλιώνουν ποτέ. Ακόμα στις συναντήσεις τους έχουν την ευκαιρία να βρεθούν για λίγο στην άλλη όχθη, σ' αυτό που δεν διάλεξαν και δεν έζησαν, αλλά ποτέ δεν θα είναι ξένο και άγνωστο γι' αυτές.

Wednesday, January 16, 2013

Τα Ματωμένα Χώματα σε συσκευασία δώρου


Τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου είναι ένα βιβλίο πολύ γνωστό και πολύ αγαπημένο εδώ και χρόνια. Διαβάστηκε πολύ, από πολλούς, μεταφράστηκε, βραβεύτηκε, έγινε ακόμα και σειρά στην τηλεόραση. Κι εκεί που νόμιζα ότι τα ξέρω όλα γι'αυτό το βιβλίο, ήρθε η ώρα του να μου κάνει το πιο όμορφο δώρο των φετινών Χριστουγέννων. Μου δόθηκε χωρίς ωραίο περιτύλιγμα σε μια σχολική τάξη μια κρύα μέρα του Γενάρη, σχεδόν μόλις άνοιξαν τα σχολεία. Καθόμουν αναπαυτικά στην έδρα μου και παρακολουθούσα με προσοχή τις ωραίες εργασίες των παιδιών της Πρώτης Γυμνασίου, που στο σύνολό τους ήταν παρουσιάσεις βιβλίων από τη σχολική βιβλιοθήκη. Τρεις μαθήτριες είχαν πάρει τα Ματωμένα Χώματα, και ήμουν ανυπόμονη να δω πώς τα πήγαν με το βιβλίο. Και τότε άρχισαν να ανοίγουν οι σελίδες και να χάνεται η αίσθηση του χρόνου και του χώρου. Βρεθήκαμε εκεί στα μικρασιατικά παράλια σε καιρούς ειρηνικούς και ξέγνοιαστους και είδαμε μέσα από τα τρομαγμένα μάτια ενός παλικαριού να αλλάζουν όλα και να γίνονται φόβος, πόνος, καταστροφή. Και μαζί αγώνας. Αγώνας για επιβίωση, του σώματος και της ψυχής, μέσα στην πιο μεγάλη ιστορική περιπέτεια που έζησε ο άνθρωπος σ'αυτή τη γωνιά της γης κι απ'τις δυο όχθες του Αιγαίου. Κι όλα αυτά με απίστευτη άνεση έμπειρου αναγνώστη, που θυμάται λεπτομέρειες, γεγονότα, λέξεις, που είναι σε θέση να ανατρέχει στις σελίδες που του έκαναν εντύπωση, να σχολιάζει κριτικά και να ανταλλάσσει ιδέες και εντυπώσεις, να εκφράζει απορίες. Κι όλα αυτά τα...μεγαλίστικα, δοσμένα με όλη τη μαγεία που επιφυλλάσσουν τα παιδιά στα παραμύθια που αγαπούν, αυτή που κοιτάει τον κόσμο με "μάτια σαν κι αυτά, όταν ξυπνούν στις δύο η ώρα" που λέει κι ο ποιητής. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι οι ξεναγοί μας σ'αυτό το ταξίδι ήταν τρία δεκατριάχρονα παιδιά, που σαν τις τρεις καλές μοίρες του παραμυθιού προφήτευαν καλύτερες μέρες για μας τους κουρασμένους ταξιδιώτες των καιρών. Τώρα πια μετά από ένα τέτοιο υπέροχο δώρο είμαι ξανά έτοιμη να πιστέψω κι εγώ σ'αυτές τις καλύτερες μέρες και μη σας πω και στον Άι Βασίλη ακόμα.

Monday, January 7, 2013

Για καλή χρονιά από τον Ανεμόμυλο της Γυριστρούλας


Τον τελευταίο καιρό έχω χαθεί από την μπλογκόσφαιρα, για να μην πω ότι σχεδόν έχω χαθεί κι από το διαδίκτυο συνολικά. Στην πραγματικότητα, αν ανοίξεις τη σελίδα των αναρτήσεων με τον κωδικό μου, θα δεις ένα σωρό προσχέδια. Κείμενα που αρχίζω να γράφω και δεν ολοκληρώνω ή κείμενα που ολοκληρώνω και δεν δημοσιεύω. Γιατί τόση δυστοκία; Φταίνε πολλά και διάφορα. Η μελαγχολική διάθεση που κυριαρχεί παντού ενισχύθηκε στην περίπτωσή μου από το πένθος για τον πατέρα μου και έγινε βασικό συστατικό της γραφής μου. Το τελευταίο πράγμα που επιζητώ ως αναγνώστης είναι να διαβάζω κείμενα σαν κι αυτά που μου προκύπτουν και τα καταδικάζω να μείνουν στα ηλεκτρονικά συρτάρια του blogger. Kαι καλώς παραμένουν, μέχρι να γραφεί κάτι που θα έχει λόγο ανάγνωσης. Γιατί το έχω αποφασίσει εδώ και καιρό, το αναμάσημα μελαγχολικών σκέψεων, ο θυμός, η αγανάκτηση, το καταγγελτικό ύφος και ο βομβαρδισμός με δεοντολογίες και καθηκοντολογίες, μπορεί να εκτονώνουν τον γράφοντα και να δρουν ψυχοθεραπευτικά, αλλά τον αναγνώστη τον κουράζουν και τον διώχνουν. Θα ξαναγράψω μόνο αν βρω τρόπο να καλλιεργήσω χαμόγελα, φωτεινά, συνωμοτικά, συγκαταβατικά, περιγελαστικά, αγαπητικά. Θα ξαναγράψω αν έχω κάτι να σας φέρω εδώ να το χαρείτε, να το βάλετε στη μέρα σας, ένα λουλουδάκι στο βάζο, μια γουλιά μυρωδάτο καφέ, μια ζεστή κουβέντα. Να ξέρετε πάντως ότι αυτά δεν θα τα ψάξω εδώ μέσα. Θα πάω να τα μαζέψω από τις τάξεις και τις συντροφιές μου. Θα βρεθούν μέσα στις χάρτινες σελίδες που διαβάζω και στους μεγάλους περιπάτους μου εκεί έξω. Αν με δείτε να περνώ δίπλα σας με ένα καλαθάκι, τώρα ξέρετε...δεν θα πηγαίνω για χόρτα. Καλή χρονιά!

Με τον Μάνο Λοΐζο, το 1979

  Στον Άη Γιώργη στου Φαράλη, είδα το Μάνο Λοΐζο, τον Απρίλιο του 1979. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και είχε έρθει με την παρέα του Γιώργου του Δ...