Thursday, July 12, 2012

Ξεδιψώντας με ένα ποίημα





Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.




Αυτό το ποίημα, από το Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, με είχε απασχολήσει ιδιαίτερα στην πτυχιακή μου εργασία. Γιατί και πώς δεν θυμάμαι πια. Από αυτό το ποτάμι δεν κράτησα τίποτα. Έτρεξαν και χάθηκαν όλα στα κενά της μνήμης, στα κενά αδηφάγων συρταριών και φακέλων που αποφασίζουν με δική τους πρωτοβουλία να χωνέψουν το περιεχόμενό τους και να μην παραδώσουν τίποτε σε επιλήσμονες. Για να ξεχάσεις, θα πει ότι δεν αξίζει να θυμάσαι.
Όμως αυτοί οι στίχοι δεν ξεχάστηκαν ποτέ. Διέτρεξαν όλο το χρόνο μαζί μου, μου παραστάθηκαν θέλοντας και μη, πότε φύλακες άγγελοι, πότε κέρβεροι αμείλικτοι.
Δεν με άφησαν να διψάσω. Ακόμα κι όταν ξεχνιόμουν σε ξέρες και ερήμους, κυνηγώντας ποιος ξέρει τι, μου έδειχναν προς την πηγή και με σκουντούσαν: πιες στραβάδι, διψάς!
Μα κι όταν φοβόμουν να βυθιστώ στο νερό, αυτή η παροδική αίσθηση άπνοιας  με τρόμαζε καμιά φορά, αγρίευαν και ζητούσαν το δίκιο τους: το ποτάμι περνάει, πέσε τώρα και πιες!
Και έπινα. Από μικρή είχα εξασκηθεί σ' αυτό. Τα μεσημέρια άφηνα να διψάσω πολύ και πήγαινα στη βρύση, στο ψινάρι,  και έπινα μέχρι σκασμού, χωρίς ανάσα. Καμιά φορά, διψούσα κι αναγκαστικά, στη διαδρομή από το σχολείο στο σπίτι, μια ώρα δρόμος μέσα στη ζέστη. Ποτέ δεν παίρναμε μαζί μας νερό τότε. Περιμέναμε να φτάσουμε στην πηγή.  Ήξερα πάντα να ξεδιψάω, αλλά αν δεν ήταν οι στίχοι, αυτή η παιδική γνώση δεν είχε καμιά ελπίδα να διασωθεί. Με τόσα ψυγεία και εμφιαλωμένα...
Πραγματικά νιώθω πως τους χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ, δεν ξέρω τι θα ήμουν χωρίς αυτούς τους στίχους. Μάλλον αυτό το πεύκο το άνυδρο θα ήμουν ή κανένα φρύγανο εδώ στα διάραχα.
Κι άντε τώρα σε τέτοιες ξεραΐλες που πέσαμε να γυρίσεις το ποτάμι πίσω. Ούτε το ίχνος του πια δεν βρίσκεις, ακόμα κι αν κυλάει δίπλα σου.
 Γιατί δεν είναι το δικό σου ποτάμι. 
Εκείνο που έτρεχε στα χέρια σου.


3 comments:

Θερσίτης said...

Υπέροχες αναμνήσεις υπέροχα δοσμένες. Μήπως μας χρωστάς περισσότερα κείμενα τέτοιοιυ είδους, Αναστασία; Μου φαίνεται πως έχεις κάτι από το χάρισμα της Μέρης. Να μιλήσω για τον κοινό μας αγαπημένο, τον Σεφέρη; Εκλεκτικές και εκλεκτές συγγένειες.

meril said...

:))))

gyristroula2 said...

Τι νομίζεις τυχαίες είναι οι συγγένειες, φίλε; Πήγαμε εκεί που ανήκουμε. Πώς αλλιώς;
Όσο για τη Μέρη-αν και μικρή-δεν παίρνει καθόλου ελαφρά τη γραφή, όπως εγώ.
Την αγάπη μου και στους δυο σας.

Συνάντηση συμμαθητών

Καλοκαιρινή βραδιά, με το τρελό μελτεμάκι συντροφιά της. Στην όμορφη αυλή της Φωφώς, ξαναβρέθηκε η τάξη του 1977 του Λυκείου Άνδρου, 40 χρόν...