Wednesday, December 28, 2011

Του παππού και της γιαγιάς τα παραμύθια



Έχει και το φύλο μνήμη; Υπάρχει θηλυκός τρόπος να ξεχνάς, αρσενικός τρόπος να θυμάσαι; Μια καλή ευκαιρία να το διαπιστώσουμε είναι οι διαφορετικές αναμνήσεις που έχουν οι παππούδες και οι γιαγιάδες από την ίδια εποχή, που την έζησαν μαζί στο ίδιο μέρος, στο ίδιο σπίτι, μπορεί και στο ίδιο κρεβάτι. Εκείνοι ξέρουν να σου πουν πολλά για γεγονότα, πολεμικά, πολιτικά, για περιπέτειες ατομικές και συλλογικές, για πράγματα που είδαν, άγγιξαν, κατέκτησαν. Εκείνες μιλάνε για τους ανθρώπους τους. Τους γονείς, τα πεθερικά, τα παιδιά, τους συγγενείς, τους συγχωριανούς. Τα γεγονότα, τα πράγματα, η ιστορία, περνάνε στα λόγια τους διάστικτα από ανθρώπινα πρόσωπα, συγκεκριμένα και απτά. Ό,τι δεν άγγιξε τα δικά τους πρόσωπα, δεν συναντήθηκε με τη ζωή τους άμεσα, δεν υπάρχει στη μνήμη, είναι σαν να μη συνέβη ποτέ. Η ιστορία, αν την έγραφαν εκείνες, θα ήταν ένα ελλειπτικό κείμενο γεμάτο τεράστια χάσματα γεγονότων και πάνω τους μικρά γεφύρια με τον βιωμένο απόηχό τους. Μάλλον μυθιστόρημα θα ήταν, με πρωταγωνιστές "μικρούς" αφανείς καθημερινούς ανθρώπους. Αν δεν εξελίσσοταν σε παραμύθι με δράκους, στοιχειά ή βασιλόπουλα και νεράιδες, ανάλογα με το πόσο συμφιλιωμένη ήταν η μνήμη με τη ζωή που την γέννησε.
Ένα άλλο παράξενο γνώρισμα της θηλυκής μνήμης είναι η επανάληψη. Η αφήγηση του ίδιου περιεχομένου με διαφορετικές οπτικές, με διαφορετικό ύφος, με αναδρομές και προβολές, που θα τις ζήλευε κι ο καλύτερος πεζογράφος, αφού πρέπει να κρατήσουν κι αυτές το ενδιαφέρον του ακροατή, αναπαράγοντας ουσιαστικά το ίδιο περιεχόμενο, γράφοντας συνεχώς το ίδιο βιβλίο.
Οι παππούδες αντίθετα είναι φειδωλοί στα δικά τους αφηγήματα. Λένε μόνο όσα δεν έχουν ξαναπεί κι αυτά με το σταγονόμετρο. Μπορεί να τους ξέρεις 50 χρόνια και να μην έχεις μάθει ποτέ πώς σώθηκαν στον πόλεμο ή πώς έσωσαν τη ζωή κάποιου σε ένα λιμάνι. Μπορούν επίσης να γίνουν αντικειμενικοί αφηγητές, με μηδενική εστίαση, να αφηγηθούν γεγονότα που δεν τα έζησαν οι ίδιοι, να ανατρέξουν και σε εποχές πριν από τη γέννησή τους, όπως τις γνώρισαν μέσα από τις ιστορίες των δικών τους ανθρώπων. Να θυμηθούν χρονολογίες με μαθηματική ακρίβεια, αλλά όχι αυτούσια τα λόγια των ανθρώπων. Σ' αυτό είναι καλές εκείνες, έχουν καλύτερο μαγνητόφωνο στη μνήμη και σώζουν τη γλώσσα την παλιά με την ίδια ευλάβεια που κρατάνε τις θρησκευτικές τους παραδόσεις:
" Ο παππούλης μου ήτανε σοφός και μας έλεγε κουβέντες που τότε δεν τις καταλαβαίναμε γιατί ήμασταν παιδιά του χωριού αγράμματα: ο άνθρωπος παιδιά μ'γεννιέται δεν φτιάνεται. Τσακώνεστε; Ο λογικός υποχωρεί, ο στραβός δεν υποχωρεί. Για όλα μετανιώνεις, όταν πλένεσαι δε μετανιών'ς ποτέ.Να 'χετε να περνάτε καλά, το πολύ το χρήμα είνι ο δαίμονας, γιατί πας ψηλά ψηλά και πέφτ'ς μετά στο γκρεμό.Μού 'κανες γεράματα, θα σου κάνουν. Ό,τι κάνεις, λάβε, καρδιά μη σε πονέσει.Όλοι κάνουμε λάθη, να μη τραβάμε τα σκοινιά, τα σκοινιά είναι μακριά και κόβονται μετά."
Εκείνες επιζητούν περισσότερο το κοινό τους, εκείνοι μόνο στους πολύ ευνοϊκούς ακροατές δίνουν το δώρο της μνήμης και μόνο όταν το ευνοούν και οι περιστάσεις.
Μαζί και οι δύο πάντως συνθέτουν τη μεγάλη αφήγηση που στο μίτο της δένουμε και τη δική μας ζωή. Κι όταν αρχίζουμε να ξετυλίγουμε την κλωστή της, βρίσκουμε μέσα και το δικό τους παραμύθι μπλεγμένο αξεδιάλυτα με το δικό μας.