Monday, August 20, 2012

Φωτιά στο Κόρθι

Η φωτ. από τον Περίγυρο
Μεγάλη φωτιά ξέσπασε χθες στην περιοχή Κορθίου. Απείλησε τα χωριά Ρωγό, Γιαννισαίο, Λαρδιά, Βουνί, Κοχύλου και κατέστρεψε (καταστρέφει ακόμα) τον φυτικό πλούτο της περιοχής μας, που είναι στο μεγαλύτερο μέρος του ανθρωπογενής.
Από χθες μαζί με τους πυροσβέστες, τα ελικόπτερα και τα αεροπλάνα, τη μάχη έδωσαν και πολλοί κάτοικοι του Κορθίου, που έτρεξαν να βοηθήσουν όπως μπορούσαν για να μην προχωρήσει η φωτιά μέσα στα χωριά. Αξίζει να αναφέρουμε ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι εθελοντές αυτοί ήταν νέοι, που άφησαν την παραλία και το καλοκαιρινό χουζούρι και πιάσαν τις τσάπες και τα φτυάρια.

Κι ακόμα, αν αληθεύει η πληροφορία ότι βρέθηκαν οι υπαίτιοι της φωτιάς και δεν είναι ούτε "ασυνείδητοι Ανδριώτες που περκαύουν"  ούτε "κακόβουλοι εμπρηστές" , αλλά εντελώς "ασυνήθεις ύποπτοι", ίσως αυτή η φωτιά κάψει και λίγη από την ευκολία με την οποία κατηγορούμε το διπλανό μας και βγάζουμε εύκολα και αβασάνιστα συμπεράσματα για κάθε τι.

Sunday, August 19, 2012

Είδα τη μάνα μου στην παραλία



Ξεχώριζε σε ολόκληρη παραλία, όχι μόνο για το μαύρο χρώμα της, που κανένα μαύρισμα δεν το συναγωνιζόταν, αλλά γιατί μπήκε στη θάλασσα ντυμένη, με καλυμμένο το κεφάλι, κρατώντας προσεκτικά ένα μικρό κοριτσάκι. Πολύ μικρή και η ίδια, περιστοιχισμένη από ανέμελα αγόρια και κορίτσια της ηλικίας της που χαίρονταν τη θάλασσα με φωνές και γέλια, κολυμπάει λίγο με την προσοχή της συνεχώς στραμμένη στο παιδί. Μια μικρομάνα στο ρόλο της νταντάς, ένα παιδί που μεγαλώνει ένα άλλο παιδί.
Ένα παιδί με μια ζωντανή κούκλα για παιχνίδι.

Το σκούρο προσωπάκι, η γλύκα της μορφής, το αδύνατο κορμάκι, το λίγο μελαγχολικό χαμόγελο...τα είχα ξαναδεί. Σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του '50, μια υπηρετριούλα μελαχρινή, ένα  κοριτσάκι φερμένο από το νησί του στην Αθήνα, πριν τελειώσει το δημοτικό σχολείο, φροντίζει με την ίδια προσοχή ένα παιδί, παίζει μαζί του, μεγαλώνει μαζί του:
"Μια μέρα κλείσαμε τη γάτα στην κουζίνα και την κυνηγούσαμε. Το τι ζημιές έκανε. Η Μάρια δεν είπε τίποτα στη μαμά της, ευτυχώς."

Πόσο αταίριαστο να έμοιαζε άραγε το μελαχρινάκι εκείνο στο αστικό περιβάλλον της Αθήνας του '50. Ίσως να ζήλευε  την ξενοιασιά των συνομηλίκων της στο πάρκο που έβγαζε βόλτα το μωρό. Και γι'αυτό να  έκρυβε στη σκάλα την ποδιά της υπηρέτριας μόλις έβγαινε από το σπίτι.
Μπορεί όμως και να μην ήταν αταίριαστη.

Μπορεί να έγινε κάποτε κι αυτή μια ξεχωριστή παρουσία μέσα στο πλήθος για έναν ανυποψίαστο παρατηρητή.

Friday, August 10, 2012

Καλοκαιρινό ειδύλλιο

Κάθεται στο βράχο ακίνητος. Ένα πέτρινο γλυπτό, αντίκρυ στη θάλασσα. Μόνο η καμπύλη του λαιμού σε βοηθάει να τον ξεχωρίσεις. Πλησιάζω σιγά σιγά κολυμπώντας. Κάθομαι ακίνητη σε κοντινή απόσταση και τον κοιτώ. Προσηλωμένος στη θάλασσα, δεν καταδέχεται να μου ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Ό,τι τον ενδιαφέρει βρίσκεται στο βάθος και όλα όσα κινούνται στην επιφάνεια τα αγνοεί επιδεικτικά. Όμως αντί να απομακρυνθώ, όλο και πιο κοντά παρασύρομαι, σχεδόν κολλάω στο βράχο του. Λαίμαργα παρατηρώ κάθε μικρή λεπτομέρεια πάνω του, τα σκούρα χρώματα, το ζωντανό βλέμμα, το αρμονικό κορμί. Μπορεί και να με είδε. Δεν παίρνω όρκο, αλλά σε μια στιγμή το βλέμμα του σταμάτησε για λίγο πάνω μου, πριν προσηλωθεί ξανά στο νερό. Μου αρκεί που δεν έφυγε, που έμεινε εκεί ανενόχλητος από την παρουσία μου. Ίσως κάναμε το πρώτο βήμα γνωριμίας.
Τις επόμενες δυο μέρες δίναμε πάντα ραντεβού στο ίδιο σημείο. Αν και δεν έδειξε να με αναγνωρίζει, είμαι σίγουρη πως με περίμενε. Ακόμη κι ένας τόσο αυτάρκης τύπος σαν κι αυτόν δεν μπορεί, κάποιος θα ήθελε να προσέξει την αυτάρκειά του, να εισχωρήσει έστω και για λίγο στο σιωπηλό του κόσμο, να σαγηνευθεί από την τελειότητά του.
Πάντως την τρίτη μέρα  που τον είδα ξαφνικά να κολυμπάει δίπλα μου, ένιωσα πια πως αυτό το ειδύλλιο με τον κορμοράνο του βράχου δεν ήταν της φαντασίας μου.